"Πώς έζησα το ναυάγιο της Φαλκονέρα": Μαύρη επέτειος, 50 χρόνια μετά

Δημοσίευση: 08/12/2016 - 10:44

Τις δραματικές ώρες του ναυαγίου του ferry boat «Ηράκλειον» και τη διάσωση ναυαγών του μοιραίου πλοίου περιέγραψε-πριν 4 χρόνια- στο Cretalive.gr ο 92χρονος , τότε, Λευτέρης Αεράκης (Νταρολευτέρης) που εκείνη τη νύχτα ταξίδευε με το πλοίο ΜΙΝΩΣ της γραμμής Ηράκλειο-Πειραιά. Το πλοίο τους έφτασε στη Φαλκονέρα πρώτο και βοήθησε στη διάσωση αρκετών. "Εμείς εσώσαμε μερικούς και ανεβάσαμε και πνιμένους στο καράβι" περιέγραφε με την χαρακτηριστική ανωγειανή προφορά και διάλεκτο-την οποία διατηρήσαμε  για ευνόητους λόγους- ο Νταρολευτέρης.

«Το καλοκαίρι του 1966, - θυμάται -, έφυγα από τα Ανώγεια και ήρθα στο Ηράκλειο μαζί με τη γυναίκα μου και τα τρία μου κοπέλια για να αναζητήσω καλύτερη τύχη. Τα κοπέλια μου ήσανε μικιά, μαθητές δημοτικού και Γυμνασίου. Έκανα διάφορες δουλειές του ποδαριού, εργάτης στα σταφιδεργοστάσια, στσι οικοδομές, μέχρι να ανοίξω μαζί με τον κουνιάδο μου το Κίμο το Μανουρά, το Χειμώνα του 1968 το κρητικό μαγαζί «Ερωτόκριτο» απέναντι από την εφημερίδα Μεσόγειο στη Χάνδακος. Έκια έκαμα καταδιά ίσαμε που μην αντέχοντας την πίεση της αστυνομίας λόγω φρονημάτων τα μάζωξα και επήγα στην Αθήνα το 1972, δεύτερη φορά μετανάστης στον ίδιο μου τον τόπο».

-Γιατί φύγατε από το Ηράκλειο εκείνη τη μέρα;

«Στα Ανώγεια έκανα αυτό που εκάνανε σχεδόν όλοι. Ήμουνε βοσκός. Το Δεκέμβρη τσι χρονιάς εκείνησας, είχα όλο σχεδόν το μαξούλι, το τυρί δηλαδή, απούλητο. Είχα τον αδερφό μου τον Νταροχαραλάμπη στην Αθήνα και σκέφτηκα να πάω να το πουλήσω έκεια, ήμπα πιάσω πια καλή τιμή.

Επήρα το τυρί και εμπήκα στο καράβι ΜΙΝΩΣ από το λιμάνι του Ηρακλείου για τον Πειραιά στσι εφτά του Δικέμπρη. Ο καιρός χειμωνικός»

-Και τι συνέβη;

«Άμα ενύχτωσε καλά, όλοι όσοι εταξιδεύαμε εκοιμηθήκαμε στσι καναμπέδες και στσι διαδρόμους. Μιας κοπανακιάς όντεν εποδιαφώτανε γροικούμε φωνές. Εξυπνήσαμε και εκαταλάβαμε ότι το προσωπικό του καραβιού εφώνιαζε να πάμε στα καταστρώματα και να ξανοίγομε τη θάλασσα ήμπα γδιούμε αθρώπους. Μας εξηγήσανε ότι το καράβι που έκανε το δρομολόγιο Χανιά - Πειραιάς που το λέγανε Ηράκλειο εβούλησε. Οι γυναίκες εντακάρανε και εκλέγανε και εκάνανε το σταυρό ντονε. Εγώ επόρισα όξω με κιάλλους. Εξημέρωνε αχνά – αχνά! Εξάνοιγα τη θάλασσα. Μιας κοπανακιάς, θορώ έναν άθρωπο - είχα αμάθια τότεσας, οϊ σαν εδά - απάνω σε ένα κομμάτι ξύλο και εκούνανε τη χέρα ντου. Τονε δείχνω στσι άλλους και στσι ναύτες που ήταν μαζωμένοι. Δίδει διαταγή ο αξιωματικός να κατεβεί η βάρκα. Πού να κατεβεί! Τα σκοινιά ήτανε λοθρακιασμένα. Εντακάραμε τσι παναγίες τσι αξιωματικούς. Με τα πολλά εκατέβηκε μιαν άλλη βάρκα και εβγάλαμε απάνω τον άνθρωπο που τάχενε χαγμένα. Είδαμε κι άλλους. Πολλά καράβια είχανε μαζευτεί γύρου γύρου γιατί επήρανε το σήμα. Επαίζανε την σειρήνα ντονε για να δώσουνε κοράγιο στσι αζωντανούς που ήσανιε στη θάλασσα. Ήντα να σασε πω. Χαλασμός Κυρίου! Τότεσάς έφταξε και ένα γκζένο καράβι. Το κατάλαβα γιατί είχε ένα σφυροδρέπανο στη μια ντου μπάντα. Ο θιος τόπεψε! Με ογλήγορες κινήσεις εκατέβασε τσι βάρκες του και εκείνοινα εσώσανε τσι πια πολλούς. Εμείς εσώσαμε μερικούς και ανεβάσαμε και πνιμένους στο καράβι».

 -Βγάλατε κόσμο από τη θάλασσα;

«Εγώ εξάνοιγα ήμπα γδω ένα κοπέλι, χωριανάκι μας, Καραμπίνης, που εγάτεχα ότι εδούλευε στο καράβι. Ε το κακορίζικο! Επήρε το η θάλασσα δεκαεφτά χρονώ. Μαζί και ένας Ηλιάκης απού τα Σείσαρχα.

Εβγάλαμε απού τη θάλασσα και ένα Χανιώτη βουβό και κουφό που εκράθιενε ένα ξύλο στα χέρια του και δεν το μόλερνε ούτε πάνω στο καράβι. Τα δαχτύλια των χεριών του είχανε δέσει μεταξύ τους.

Έμαθα ύστερα ότι εχαθήκανε μια διακοσοπενηνταριά αθρώποι. Μια νταλίκα έφταιγε λένε που έσπασε τη μπούκα πόρτα. Δεν έφταιγε η νταλίκα. Οι αθρώποι φταίνε. Και στη συνέχεια όπως γίνεται συνήθως στη χώρα μας οι φταίχτες τη βγάλανε με λίγους μήνες φυλακή. Ψεφιές δηλαδή. Κρίμας τσι αθρώπους!»

-Κι εσείς γυρίσατε στο Ηράκλειο;

«Μετά από κάμποσες μέρες εγιάγυρα στο Ηράκλειο και είδα τη γυναίκα μου και τα κοπέλια μου. Έμαθα ότι η Φερενίκη είχε λύσει τα μαλιά τζη και εμοιρολογούντονε. Ετσα το κάνουνε οι γυναίκες στον τόπο μας σε μεγάλο πένθος. Εθάριενε η μαύρη ότι εβούλησε το καράβι που ταξίδευα εγώ. Ηράκλειο το καράβι, από το Ηράκλειο εταξίδευα εγώ, εντολαντιστήκανε οι αθρώποι».

Υ.Γ. Την επόμενη χρονιά της διήγησης, το 2013 ο Λευτέρης Αεράκης «έφυγε» σε βαθιά γεράματα, απολαμβάνοντας τον καθαρό αέρα των Ανωγείων και τον σεβασμό των συγχωριανών του.

Πως συνέβησαν όμως όλα εκείνα , την φοβερή νύχτα της 7ης προς 8η του Δεκέμβρη του 1966;

Το οχηματαγωγό αποπλέει από το λιμάνι της Σούδας το βράδυ της 7ης Δεκεμβρίου του 1966 κάτω από κακές καιρικές συνθήκες, με ανέμους κοντά 9 Μποφόρ. Στις 2.06 τα ξημερώματα της 8ης Δεκεμβρίου πια στην περιοχή της Φαλκονέρας  εκπέμπει το τραγικό μήνυμα : «SOS, από Ηράκλειον, στίγμα μας 36 μοίρες 52 Β, 24 μοίρες 08 Α, Βυθιζόμεθα» κι ακολούθησε απόλυτη σιγή… Δυο φορές μόνο κατάφερε να ακουστεί το τραγικό αυτό μήνυμα… δύο φορές !

Το χρονικό διάσωσης όπως περιγράφεται σε εφημερίδες της εποχής :

«…Δυστυχώς το τμήμα επικοινωνιών του Υπουργείου Ναυτιλίας με πενιχρά μέσα προσπαθούσε να αναζητήσει πλοία στην γύρω περιοχή του ναυαγίου. Τα Λιμεναρχεία Πειραιώς, Σύρου και Κρήτης ανέφεραν αδυναμία αποστολής μέσων για παροχή βοήθειας, αφού ούτε και ρυμουλκά για τέτοιες ανάγκες υπήρχαν. Δυστυχώς ούτε το Ε/Γ-Ο/Γ "Μίνως", που έπλεε 15 μίλια βορειότερα, "άκουσε" το σήμα κινδύνου.

Στις 02:30 ενημερώνεται ο τότε Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος, αμέσως μετά  ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας και εκείνος με τη σειρά του ενημερώνει τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης. Το τότε Αρχηγείο Ναυτικού αναφέρει ότι πολεμικό πλοίο που βρίσκεται στη Σύρο με σβηστές μηχανές θα χρειασθεί τουλάχιστον 3-4 ώρες για απόπλου συν εκείνες τις ώρες για να φθάσει στον τόπο του ναυαγίου. Οι ώρες περνούν και η αγωνία αρχίζει να κορυφώνεται, κάποια πλοία που έλαβαν το σήμα δηλώνουν αλλαγή πορείας τους προς το στίγμα του Ηράκλειον, απέχουν όμως πολύ, κάποια ανατολικά των Κυκλάδων, άλλο δυτικά της Καλαμάτας, και δύο αγγλικά πολεμικά ΒΑ της Κρήτης.

Στις 04:30 εμπλεκόμενοι Αρχηγοί και Υπουργοί βρίσκονται στις Υπηρεσίες για άμεση ενημέρωση, ενώ δίδεται εντολή απόπλου στο Α/Γ "Σύρος" του τότε Βασιλικού Ναυτικού. Γύρω στις 05:30 αποφασίζεται η γνωστοποίηση του συμβάντος στον τότε Πρωθυπουργό Στέφανο Στεφανόπουλο με όλες τις εξελίξεις και τις επιμέρους αδυναμίες. Μετά από κάποιες ενημερώσεις για τον μεγάλο χρόνο προσέγγισης των πλοίων που ήδη προστρέχουν, γύρω στις 06:00-06:30 ο τελευταίος ενημερώνει τον Βασιλιά Κωνσταντίνο στο Τατόι. Τότε ενημερώνεται και το Αρχηγείο Αεροπορίας.

Στις 07:20 μια Ντακότα απογειώνεται από το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας και λίγα λεπτά μετά την ακολουθούν άλλες δύο.

Στις 09.45-10.00 η πρώτη Ντακότα φθάνει κοντά στο στίγμα, όπου και εντοπίζει το φορτηγό ψυγείο να επιπλέει, συνάμα στον ορίζοντα φαινόταν καθαρά το αγγλικό Ν/Κ Ashton που έσπευδε ολοταχώς. Τότε η Ντακότα άρχισε τους "κύκλους έρευνας-διάσωσης" σε συνεχώς μικρότερο ύψος, όταν ακούσθηκε ο πιλότος της δεύτερης Ντακότα σχεδόν να προστάζει: Μεγαλειότατε η πτήση σας είναι επικίνδυνη, πάρτε γρήγορα ύψος! Ο Κυβερνήτης του ASHTON αντιλαμβανόμενος περί τίνος επρόκειτο ακούγεται να δηλώνει: "Μεγαλειότατε η ASHTON στις διαταγές σας" Και η απάντηση –«Ευχαριστώ, ακολούθα με...», αρχίζοντας τις ρίψεις καπνογόνων και σωσιβίων, όπου, από αέρος, εντοπίζονταν ναυαγοί.

Στις 12:00 το τραγικό συμβάν έχει μαθευτεί σχεδόν σε όλο τον Πειραιά, πρώτοι οι συγγενείς που περίμεναν το πρωί το πλοίο έχουν συγκεντρωθεί μπροστά στο κτήριο των πλοιοκτητών αδελφών Τυπάλδου στην ακτή Τζελέπη.

Στις 17.00 οι σειρήνες 10-12 ασθενοφόρων από την Αθήνα μέσω της οδού Πειραιώς κατέρχονται τις οδούς Γούναρη και Εθνικής Αντιστάσεως, ενώ άλλα 7-8 ασθενοφόρα από την Τερψιθέα του Πειραιά, όπου βρισκόταν ο σταθμός Πρώτων Βοηθειών του Πειραιά, κινούνται προς τον Άγιο Νικόλαο, όπου θα προσέγγιζε τελικά το πλοίο.

Η κυκλοφορία μπροστά στο Τελωνείο Πειραιά και γύρω από την εκκλησία του Αγ. Νικολάου είχε διακοπεί. Ώρα 19.00 έχει πια νυχτώσει και το Ν/Κ "Ashton" εισήλθε αργά στο λιμένα του Πειραιά που μετέφερε 2 διασωθέντες ναύτες, τους Αντώνιο Καμπούρη και Δημήτριο Οικονόμου από την Σητεία Κρήτης, καθώς και νεκρούς.

Από τους 73 ναυτικούς που επέβαιναν στο πλοίο και τους 191 επιβάτες σώθηκαν μόνο 46, οι υπόλοιποι 217 πνίγηκαν.