Super League Premier League La Liga Bundesliga Ligue 1 Euroleague

Μπαρτζώκας: 5 πράγματα που έκαναν τη διαφορά

Οι επιστροφές σπανίως λειτουργούν όπως η πρώτη φορά. Ο προπονητής του Ολυμπιακού είναι η εξαίρεση το κανόνα και όχι τυχαία. Γράφει ο Χρήστος Καούρης.

Στις ημέρες μου σαν εργένης έβγαινα περισσότερο, κυρίως με εργένηδες και εργένισσες φίλους και φίλες. Αν και συνήθως κυνηγούσα την πρωτοτυπία, υπήρχε πάντα μία περίπτωση στην οποία κατέφευγα στον χρυσό κανόνα. Το σενάριο είναι το εξής: κάποιος/κάποια έχει δεχτεί κρούση από τον επανακάμψαντα μακροχρόνιο δεσμό του ο οποίος διεκδικεί μια δεύτερη ευκαιρία με ένα εύρος αδύναμων, δελεαστικών, μερικές φορές ως και ακαταμάχητων επιχειρημάτων. Το φέρνει στο τραπέζι ζητώντας γνώμες. Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια.

«Καταλαβαίνω το δίλημμα. Απλά να ξέρεις με τι πιθανότητες παίζεις. Η μοναδική ταινία στην οποία το sequel ήταν καλύτερο από το αυθεντικό ήταν ο Νονός. Και ακόμα και αυτό είναι συζητήσιμο».

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας απάντησε αρνητικά στις δύο πρώτες ερυθρόλευκες προσεγγίσεις ως ότου το πάρει απόφαση να επιστρέψει σε ένα μέρος στο οποίο είχε θριαμβεύσει και είχε πληγωθεί εξίσου. Όχι ακριβώς εύκολο να απαγκιστρωθεί κανείς συναισθηματικά στο βαθμό που απαιτείται για να φέρει σε πέρας μια ρεαλιστικά δύσκολη αποστολή. Αλλά η περιπλάνηση στη Ρωσία και το σύντομο πέρασμα από την Βαρκελώνη τον έκαναν σοφότερο. Βάλτε μαζί και τον τρόπο που αποχώρησε την πρώτη φορά και έχετε την ιδανική συνταγή του ρεαλιστή ή του κυνικού, αναλόγως την περίσταση.

Θυμίζω εν τάχει την κατάσταση του Ολυμπιακού όταν ανέλαβε. Το «μέχρι τέλους» είχε ξεκινήσει αλλά δεν είχε φέρει ακριβώς αποτέλεσμα, οι ερυθρόλευκοι δέχονταν διαδοχικά χτυπήματα στο πρεστίζ τους λόγω οικονομικής δυσπραγίας, ο Ντέιβιντ Μπλατ είχε απολυθεί μετά το πρώτο παιχνίδι της σεζόν, ο Κεστούτις Κεμζούρα ήταν υπηρεσιακός με ό,τι αυτό συνεπάγεται, το ρόστερ ήταν ένα κακοφτιαγμένο κέντρο διερχομένων. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι δύο σημαίες της χρυσής εποχής των 10’s είχαν φτάσει στο τελευταίο – και συχνά πιο δύσκολα διαχειρίσιμο – κομμάτι της καριέρας τους. Ναβάρο στη Μπαρσελόνα, Σπανούλης και Πρίντεζης στον Ολυμπιακό.

Ο Ολυμπιακός του 20/21 δεν ξόδεψε ιδιαίτερα με λαμπερή εξαίρεση την παλιννόστηση του Σλούκα. Άφησε στον V-Span μια θέση στην περιφέρεια χωρίς κάποιος επί της ουσίας να τον απειλεί, έδωσε την ευκαιρία στον Βεζένκοφ να σταθεί για τα καλά στα πόδια του, τον Μακίσικ να ωριμάσει και σε παίκτες στοιχήματα από το Eurocup να δείξουν αν μπορούσαν να σταθούν (Μάρτιν, Χάρισον, Έλις). Εν μέσω πολλών αναταράξεων και χωρίς τον ρυθμό που δίνουν τα εγχώρια παιχνίδια οι ερυθρόλευκοι έχτισαν έναν κορμό 7 παικτών: Σλούκας, Βεζένκοφ, Παπανικολάου, Πρίντεζης, Λαρεντζάκης, Ζαν-Σαρλ, Μάρτιν.

Όχι κι άσχημα, αλλά ήταν καιρός να αλλάξει η ταχύτητα. Από τον Απρίλη του 2021 και κυριολεκτικά την τελευταία ευρωπαϊκή συνέντευξη τύπου της σεζόν, ο Γιώργος Μπαρτζώκας πήρε φόρα. Ας δούμε πως.

1) Έγινε ο κακός στην περίπτωση Σπανούλη

ΠΗΓΗ: In Time Sports


Το ημερολόγιο έλεγε 9 Απρίλη 2021 και ο Γιάννης Λαμπίρης ρωτούσε τον Γιώργο Μπαρτζώκα σχετικά με το αν θα ήταν άδικο να σταματούσε το μπάσκετ ο τεράστιος Σπανούλης σε άδειο γήπεδο, όπως συνέβη κόντρα στην Χίμκι. Ο κόουτς δεν μάσησε τα λόγια του:

“Ναι θα είναι κρίμα να σταματήσει ο Σπανούλης σε ματς σε άδειο γήπεδο, αλλά αν ο Covid-19 είναι για άλλα πέντε χρόνια, θα σταματήσει στα 45; Αυτός ο άνθρωπος χρειάζεται standing ovation, εννοείται, αλλά το μπάσκετ δεν είναι τόσο απλό, όλοι εσείς και οι φίλαθλοι το βλέπετε συναισθηματικά, εγώ θα το δω ρεαλιστικά, είμαι υποχρεωμένος, γιατί εμένα θα κράζετε μετά όλη τη χρονιά”.

Το μήνυμα εστάλη, δημόσια, δυνατά και καθαρά. Χωρίς διπλωματία και φιοριτούρες. Αν το πεις δημόσια, σχεδόν δεν χρειάζεται να το επαναλάβεις ιδιωτικά. Σχεδόν τρεις μήνες αργότερα το άστρο του παίκτη Σπανούλη έδυε οριστικά με την ανακοίνωση της απόσυρσης του από την ενεργό δράση.

2) Έφερνε τον Σλούκα από τον πάγκο. Όλη τη σεζόν.


Αν νομίζετε ότι κάτι τέτοιο ήταν εύκολο, ξανασκεφτείτε το. Ο Σλούκας επέστρεψε στον Ολυμπιακό ως ο εκλεκτός, αυτός που αυτοδικαίως θα έπαιρνε τη μπαγκέτα στα χέρια του για να εξασφαλίσει την ομαλότερη μετάβαση στην μετά-Σπανούλη εποχή. Ήταν και παραμένει ο πιο πεπειραμένος και ποιοτικός γκαρντ της ομάδας. Οκτώ στους δέκα προπονητές δεν θα το κούραζαν ιδιαίτερα, κινδυνεύοντας να διαταράξουν τη σχέση τους με τον σταρ της ομάδας ή να προκαλέσουν την δυσαρέσκεια του. Δείτε το και από την άλλη πλευρά: στην πρώτη του χρονιά στον Ολυμπιακό χωρίς τον Σπανούλη, ο Σλούκας δεν ξεκινούσε βασικός. Συνήθως δεν είχε δίπλα του τους σουτερ (Ντόρσεϊ, Βεζένκοφ), πράγμα που διευκολύνει αφάνταστα τα παιχνίδι του. Δεν το λες και ευκολοχώνευτο, όσο και αν μεγαλύτερη σημασία έχει ποιος τελειώνει τα παιχνίδια.

Καθόλου τυχαία η κατάσταση χρειαζόταν χρόνο. Ο Σλούκας είχε στιγμές στο πρώτο τρίμηνο, αλλά όχι την σταθερότητα που επέτρεψε στον Ολυμπιακό να απογειωθεί από τον Φλεβάρη και έπειτα. Ο κόουτς επέμεινε μεν, διαφοροποιήθηκε δε, συχνά φέρνοντας τον στρατηγό νωρίτερα στο παρκέ από την συνηθισμένη δεύτερη περίοδο. Ο Σλούκας προσαρμόστηκε. Το στοίχημα κερδήθηκε: η ομάδα πια είναι του Σλούκα με τρόπο Μπαρτζώκα.

3) Ήταν απόλυτος, συζητήσιμος, απόλυτος. Με αυτή τη σειρά.

μπαρτζώκας
ΠΗΓΗ: In Time Sports


Ο Μπαρτζώκας δεν αλλάζει εύκολα άποψη για κάποιον. Θα χρειαστεί χρόνος και επιμονή για να κερδίσει κανείς την εμπιστοσύνη του. Ο Λαρεντζάκης είναι χαρακτηριστική περίπτωση: κέρδισε σποραδικό χρόνο συμμετοχής την περσινή σεζόν, ήταν από τις αποκαλύψεις του πρώτου τριμήνου στην φετινή, χάθηκε στη συνέχεια όταν ο κόουτς διέκρινε ότι δεν έπαιρνε αυτά που ήθελε. Το αντίθετο συνέβη με τον Μακίσικ: ο Αμερικανός είδε τα λεπτά και τις επαφές του με τη μπάλα να συρρικνώνονται με την άφιξη των Γουόκαπ-Ντόρσεϊ, εντούτοις βρήκε με τη θετικότητα και την επιμονή τρόπο να τα κερδίσει ξανά στην πορεία και εν τέλει να είναι ο MVP του Game 5 κόντρα στη Μονακό. Συν τοις άλλοις κανείς δεν μπορούσε να θεωρήσει τίποτα δεδομένο: αν κάποιος δεν ήταν σε καλή ημέρα σπανίως έπαιρνε δεύτερη ευκαιρία στην τρίτη, πόσο μάλλον στην τέταρτη περίοδο. Ο Ολυμπιακός είχε τρία 4άρια και απέκτησε και τέταρτο με τον Έισι, όμως ο κόουτς δεν είχε κανένα πρόβλημα να παίζει 35 λεπτά ο Βεζένκοφ. Το μήνυμα ήταν απλό: «όποιος μπορεί, χωρίς δικαιολογίες. Είμαι ικανός να παίξω και με τέσσερις».

4) Απέδειξε ότι είναι εκ των κορυφαίων recruiter στην αγόρα. Ξανά.

Μπαρτζώκας
ΠΗΓΗ: In Time Sports

Με τους αδερφούς Αγγελόπουλους να έχουν αφήσει οριστικά πίσω τους την γκρίζα οικονομική περίοδο ο Ολυμπιακός πέτυχε σε ένα καλοκαίρι δύο κελεπούρια, όταν κανείς μπορεί να είναι ρεαλιστικά χαρούμενος αν βρει έστω ένα. Ο Τόμας Γουόκαπ ήταν η αμυντική άγκυρα που αρέσει στον κόουτς, κάτι σαν τον Μάρκοβιτς της Χίμκι με φαρδύτερες πλάτες και νοοτροπία κομάντο. Ο Μουστάφα Φαλ όχι απλά γέμισε την ρακέτα αλλά έγινε με το καλημέρα σημείο αναφοράς, καλύπτοντας για τρεις γεμάτους μήνες και τον ανέτοιμο Μάρτιν. Το μικρότερο ρίσκο πάρθηκε με τον Τάιλερ Ντόρσεϊ, τον σκόρερ που έχει την κλάση να ελίσσεται μέσα – έξω στην pace & space φιλοσοφία του κόουτς. Ο πρώτος στόχος ήταν ο Λάιτι, ο Πάρκερ το πήρε προσωπικά, τον κράτησε και πιθανότατα έκανε χάρη στους Πειραιώτες. Απέτυχε στην περίπτωση Έισι, όμως δεν δίστασε να τον παρκάρει στον πάγκο και να διαβάζει για μήνες “γιατί δεν παίζει;”.

5) Έλεγξε τα νεύρα του. Τις περισσότερες φορές.

ΠΗΓΗ: In Time Sports


Γλυκομίλητος και ευγενικός στην καθημερινότητα του, ο Γιώργος Μπαρτζώκας βλέπει εαυτόν να μεταμορφώνεται σε μίστερ Χάιντ κατά τη διάρκεια των αγώνων. Η εικόνα του δεν είναι κάτι που τον απασχολεί, άλλωστε ο αυτοσαρκασμός είναι ίδιον των ευφυών και μη συμπλεγματικών ανθρώπων. Οι παίκτες το ξέρουν επίσης: όλη την εβδομάδα ήρεμα, στο παιχνίδι κόλαση.

Το παραπάνω δεν σημαίνει βέβαια ότι όταν παρασύρεται στον απόλυτο εκνευρισμό μπορεί, ρεαλιστικά μιλώντας, να κρατά την αυτοκυριαρχία και το καθαρό μυαλό που απαιτείται στο επίπεδο που βρίσκεται. Φυσικά πρώτα βγαίνει το χούι και μετά η ψυχή και έτσι σε κάποιες περιπτώσεις αδίκησε τον εαυτό του: στη Μόσχα κόντρα στην ΤΣΣΚΑ, στην Πόλη κόντρα σε Εφές και Φενέρ είναι πιθανότατα οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Καθόλου τυχαία τα περισσότερα από τα ξεσπάσματα του ήταν ως τον Φλεβάρη. Από εκεί και πέρα ο Ολυμπιακός τακτοποιήθηκε, ήταν εντάξει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κέρδιζε συνεχώς. Όταν ο προπονητής βλέπει την ομάδα καλά, είναι ήρεμος: όχι μόνο ο Μπαρτζώκας, ο οποιοσδήποτε προπονητής. Ας πούμε απλά πως, στην περίπτωση του coach B, η διαφορά φαίνεται περισσότερο.


Σχολιασμός

Γράψτε το σχόλιό σας