Super League Premier League La Liga Bundesliga Ligue 1 Euroleague

Μάγκες, όπως πάντα, σας ευχαριστούμε

Ο Χρήστος Καούρης αποχαιρετά τους «αποτυχημένους» της Εθνικής και τους περιμένει ξανά πίσω του χρόνου για την περιπέτεια της Άπω Ανατολής.

Μία μέρα και κάτι αργότερα. Το μυαλό έχει κάπως κρυώσει, ο Ντόντσιτς αποχαιρέτησε με τη σειρά του, κάπως νιώθεις καλύτερα. Όχι με χαιρεκακία, πιο πολύ είναι πουνιώθεις πως δεν συμβαίνουν μόνο σε σένα αυτά. Τους πρωταθλητές Ευρώπης τους κατάπιε ο Πονίτκα με εμφάνιση – έπος, όχι κάποιος σταρ του ΝΒΑ με αμέτρητα μηδενικά στον λογαριασμό. Την ίδια στιγμή αναρωτιέσαι πόσες ψυχές έχουν πουλήσει οι Γάλλοι στο διάβολο, δυο βολές ο Οσμάν, σίδερο, δύο ο Φοντέκιο που τα γράφει από τα οκτώ μέτρα, γκουπ και αυτές, πάλι παράταση, πάλι πρόκριση, ο μον ντιε.

Η Εθνική επέστρεψε στην Αθήνα και από εκεί τα μέλη της θα σκορπίσουν, άλλοι για Μιλγουόκι και Ντάλας, κάποιοι στην Πόλη, κάμποσοι εκεί γύρω. Το μυαλό χοροπηδά ανάμεσα στα τρίποντα του Ομπστ που μας έσταξε 17 πόντους με μέσο όρο 2.3 στην Ευρωλίγκα και στα δάκρυα του Θανάση, του Κώστα και του Λαρεντζάκη, μαζί και στα βουρκωμένα μάτια του Παπανικολάου. Αδύνατον μου φαίνεται, όχι να τους κολλήσω στον τοίχο με λόγια, ούτε καν να τους θυμώσω για άλλη μία χαμένη ευκαιρία.

ΠΗΓΗ: In Time Sports

Που να πατήσω δηλαδή και να το κάνω; Κανείς τους, με πρώτο τον προπονητή δεν μου υποσχέθηκε τίποτα, αντιθέτως ο σημαιοφόρος Γιάννης μας είχε πει στα μούτρα πως όλο λόγια είμαστε και όλο στο χιαστί χαιρετάμε, προοικονομία κανονική. Κι αν οι νίκες έφεραν ευφορία, τι έπρεπε δηλαδή να κάνουν; Να χάσουν μια δυο φορές για να το καταπιούμε όλοι μαζί ευκολότερα το γερμανικό auf wiedersehen;

Αυτοί είναι, καλύτερους δεν διαθέτει το κατάστημα. Μεταξύ μας, ούτε κοντινούς τους δεν βρίσκει κανείς σε ικανότητα, εξαιρουμένου του εξοστρακισμένου Μήτογλου που περιμένει την ετυμηγορία για την κουτουράδα του. Πίσω στον Αύγουστο, ανήμερα του αγώνα με το Βέλγιο, συζητούσα λίγο πριν το τζάμπολ με ένα μέλος του τεχνικού τιμ και του εξομολογούμουν την ανησυχία μου, πως το να πάρουμε μαζί τόσους ανέτοιμους μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. «Είναι τέτοια η διαφορά με τους αντικαταστάτες, που αναγκάζεσαι να πάρεις το ρίσκο», μου είπε μέσες – άκρες. Κάτι πήγα να αντιγυρίσω, το σκέφτηκα ξανά, ένευσα συγκαταβατικά και ανέβηκα στη θέση μου για την περιγραφή.

Ξεμείναμε από άμυνα στο Μιλάνο και στο Βερολίνο. Σχωράτε με αλλά το τσιτάτο πως «η άμυνα είναι επιθυμία» είναι ημιτελές και συχνά ολότελα λανθασμένο. Όσο και να θες, όταν απέναντι είναι κύριοι που βγάζουν τις χοντροεπιταγές τους στο ένας εναντιόν ενός κόντρα στους καλύτερους του κόσμου πρέπει και να μπορείς, ειδάλλως κυνηγάς μάταια και μαζεύεις τη μπάλα από το διχτάκι. Και το γεγονός είναι πως από τους τρεις σταρ γκαρντ της ομάδας, ουδείς μπορεί να υπερηφανευτεί πια πως πρόκειται περί «αμυντικού εξολοθρευτή» (μπλιαχ). Ο Σλούκας δεν ήταν ποτέ, ο Ντόρσεϊ ούτε συζήτηση, ο Καλάθης παίζει ακόμα με την κλάση και την οξυδέρκεια του, αλλά είναι κάποιος καιρός τώρα που μπορούσε να βιδώσει την αντίπαλη σβούρα και να της κάνει το βίο, αβίωτο.

ΠΗΓΗ: FIBA

Το πρόβλημα διογκώθηκε με τον Κώστα Αντετοκούνμπο πρακτικά απόντα και τον Παπαγιάννη εμφανώς εκτός ρυθμού ένεκα της δίμηνης απουσίας και έτσι ο Κώστας Παπανικολάου έπρεπε να είναι μονίμως εκεί για να συμμαζέψει τα πάντα, με ολίγη από Θανάση. Το πρόβλημα ήταν πως ο τελευταίος δεν χωρούσε συχνά σε πεντάδες μαζί με τον Γιάννη, ειδικά Καλάθη παρόντος. Ο Greek Freak ξεκίνησε με εκείνα τα διαπλανητικά κόντρα στους Κροάτες, είχε το γνωστό άσβεστο πάθος, όμως συχνά εξοριζόταν στην περιφέρεια ένεκα των αλλαγών και ήταν ανήμπορος να βοηθήσει στο ρόλο του help defender, αυτόν που πιθανότατα υπηρετεί καλύτερα από κάθε άλλον στον κόσμο. Ο πάγκος είχε διάθεση, έδωσε λύσεις εδώ κι εκεί, αλλά με εξαίρεση τον Θανάση υστερούσε απελπιστικά σε ταχύτητα και αθλητικά προσόντα.

Εν τέλει η μετ΄ εμποδίων προετοιμασία της Εθνικής δεν την ζημίωσε τόσο επιθετικά, όπου ο Σλούκας δεν βρήκε ποτέ κώδικα επικοινωνίας με τον Γιάννη και για πρώτο καλοκαίρι είδε το ζευγάρωμα του με τον Καλάθη να μην λειτουργεί με τίποτα, αλλά κυρίως στην οπισθοφυλακή. Ναι, είχαμε στιγμές, όχι όμως την σταθερότητα, ούτε καν την βελτίωση κατά τη διάρκεια του τουρνουά: αντίθετα οι επιθετικές ραψωδίες και η ακατανίκητη βαρυτική έλξη του Γιάννη μας έκαναν, σιγά το δύσκολο δηλαδή για τη φυλή, ολίγον τι υπερφίαλους και εμπροσθοβαρείς. Όμως το πρόβλημα δεν ήταν πνευματικό. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, το καμπανάκι των 57 πόντων του ημιχρόνου στο θαρρείς σκηνοθετημένο από τον Ταραντίνο φάρ ουέστ Γερμανία – Ελλάδα θα ξεκούφαινε και τον τελευταίο. Το επισήμαναν στα αποδυτήρια, αλλά στο παρκέ έγιναν άλλα. Και όχι γιατί δεν ήθελαν, αλλά (σε σημαντικό βαθμό τουλάχιστον) γιατί δεν μπορούσαν απέναντι στον ανταγωνισμό εκείνης της βραδιάς.

ΠΗΓΗ: FIBA

Κατόπιν εορτής είναι λογικό να σκεφτεί κανείς πως έλειψαν 2-3 πράγματα τακτικά, από αυτά που θα έκρυβαν τις εγγενείς αδυναμίες των χαρισματικών γκαρντ και θα τους επέτρεπαν να φύγουν από το ανελέητο σημάδι των αντιπάλων. Ίσως μια ζώνη 3-2 (που έχει στο playbook ο Ιτούδης), πιθανώς κάποιες παγίδες, αφού οι αλλαγές στην άμυνα δεν είχαν την απαραίτητη ένταση ούτε στο μπροστά κομμάτι (της πίεσης του ψηλού στον χειριστή για να μην πασάρει άνετα μέσα) ούτε στο πίσω (όπου σπανίως χρησιμοποιήθηκαν σωστά τα φάουλ). Φυσικά ο κόουτς δοκίμασε σχεδόν ό,τι ήταν δυνατόν σε σχήματα, όμως απέτυχε να κάνει την Γερμανία να νιώσει στοιχειωδώς άβολα στο παρκέ, ανεξάρτητα από το τι έλεγε το σκορ. Όμως σκοπός του σημειώματος αυτού δεν είναι η τακτική ανάλυση, που κι εγώ γνωρίζω λιγότερο καλά από άλλους και όλοι μαζί γνωρίζουμε λιγότερο από τον προπονητή.

Επιστρέφω στην αρχή και σχωράτε με για την επανάληψη, αλλά αυτούς έχουμε, μας αρέσει δεν μας αρέσει. Και με αυτούς, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα πάμε στο Παγκόσμιο Κύπελλο ελπίζοντας πως ο ήλιος θα ανατείλει πρώτα στην γαλανόλευκη πλευρά. Οι 30αρηδες γκαρντ θα έχουν άλλη μία εξαντλητική σεζόν στα πόδια τους, όμως στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται κάποιος αυθάδης 20άρης έτοιμος να τους στείλει σε τιμητική αποστρατεία: η παραγωγική διαδικασία των τελευταίων 10 τουλάχιστον ετών φέρνει δυσοίωνες προβλέψεις.

Να το δούμε λοιπόν κάπως αλλιώς το πράγμα, όπως έγραψε και ο εξαίρετος Μιχάλης Στεφάνου σε ένα κείμενο που σας παρακαλώ να διαβάσετε. Την εποχή που ο διεθνής ανταγωνισμός έχει διευρυνθεί όσο ποτέ (Φινλανδία, Λετονία, Βέλγιο, Μαυροβούνιο, Τσεχία, Γεωργία και φυσικά η υπέροχη Πολωνία) δεν δικαιούμαστε πια να θεωρούμε την οκτάδα καταστροφή, όσο εκτυφλωτική κι αν είναι η λάμψη του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Όταν αυτό συμβεί, μπορεί να φορέσουμε ξανά το μανδύα του καμικάζι, τον ίδιο που έχει κολλήσει σαν δεύτερο δέρμα στους Πολωνούς που επέστρεψαν στην 4άδα μετά από 40 και βάλε χρόνια.

Στο Βερολίνο δεν ήμουν για να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι, όμως είμαι αρκούντως πεπεισμένος πως η Εθνική γύρισε από την πύλη του Βρανδεμβούργου όπως έφτασε εκεί, δηλαδή ως ένα σώμα. Είναι ο χαμογελαστός λυγμός του Θανάση, αυτό το ανατριχιαστικό «δεν ήθελα να τελειώσει το τουρνουά», είναι και η ελπίδα των υπόλοιπων πως ίσως κάτι γεννήθηκε φέτος, ένας σπόρος που θα παίξει τις πιθανότητες του στο μέλλον, αν θα βλαστήσει εν μέσω της αδυσώπητης μπασκετικής κλιματικής αλλαγής. Η αισιοδοξία είναι τόσο βάσιμη όσο και κενό γράμμα, αφού ουδείς μπορεί να προβλέψει ποιος θα είναι διαθέσιμος το επόμενο καλοκαίρι, με πρώτο τον Greek Freak.

ΠΗΓΗ: In Time Sports

Ξέρω, αυτά είναι ψιλά γράμματα όσο το τραύμα είναι ακόμα ζεστό. Αλλά στα αυτιά μου ηχούν ακόμα οι εξέδρες του Ο.Α.Κ.Α, όλοι αυτά τα παιδιά που μαζεύτηκαν να δουν Γιάννη και Εθνική, μελωδία της ευτυχίας και της ελπίδας. Θυμάμαι τον Τόνι Μπολίερ των Μπακς να συζητά χαμογελαστός με τον Νίκο Ζήση στο κλειστό της Λάρισας, τον Δημήτρη Ιτούδη που έλυσε άμα τη εμφανίσει του την ανασφάλεια στην άκρη του πάγκου, τους τραυματίες που έπαιξαν τα ρέστα τους για να προλάβουν, τους κομμένους που ίδρωναν τη φανέλα χωρίς πολλές ελπίδες και που δυο από αυτούς έκαναν το ταξίδι για τη Λομβαρδία για τη σημαία στη φανέλα, τους γιατρούς και τους φυσικοθεραπευτές, τους ασίσταντ και τους φροντιστές που έφταναν και περίσσευαν για να είναι όλα στην εντέλεια.

Όλα αυτά ίσως και να είναι λίγα μπροστά σε ό,τι περιμέναμε να συμβεί, αλλά δεν μετριούνται όλα σε χαλκό, ασήμι και χρυσό. Σίγουρα όχι για εμάς, που ούτε μαθημένοι είμαστε σε τέτοια μεγαλεία, ούτε οφείλουμε να ξεχνάμε. Γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες που μάλλον μας αρέσει να υποτιμούμε, λες και τις είχαμε και παλιά, εικάζω πως ο Διαμαντίδης δεν θα είχε κρεμάσει την γαλανόλευκη στα 30, ο Παπαλουκάς δεν θα είχε σταματήσει χωρίς να ανοίξει μύτη, ο Τρινκέρι δεν θα κατέληγε απολυμένος χωρίς τηλεφώνημα να διεκδικεί δικαστικά την αποζημίωση του, η Ομοσπονδία δεν θα εγκατέλειπε τους παίκτες στο Καράκας το ’14, οι προπονητές δεν θα ήταν βολικά εξιλαστήρια θύματα ούτε λύσεις ανάγκης όπως ο Κώστας Μίσσας και τα ελάφια του Μιλγουόκι δεν θα εξύφαιναν κάποια σκοτεινή συνομωσία απέναντι στον ομφαλό της γης που ονομάζεται ελληνικό μπάσκετ.

ΠΗΓΗ: In Time Sports

Φέτος ήμασταν όπως έπρεπε, μετά από καιρό, τούτο όμως δεν σημαίνει πως αίφνης θα ανταμειβόμασταν με το καλημέρα: παίζουν και οι άλλοι. Γεμίζουν τα γήπεδα τους, πληρώνουν τους παίκτες τους, σχεδιάζουν το μέλλον τους, περιμένουν, ανταμείβονται. Εμείς, με αυτό το ανυπόληπτο κάτι-σαν- πρωτάθλημα, το ανύπαρκτο μέχρι πρότινος αναπτυξιακό πρόγραμμα και την κραυγαλέα έλλειψη στελεχών (ξανά, μέχρι πρότινος), από πού κι ως που;

Άνοιξε το στόμα του ο Πέσιτς και μας είπε ότι ήμασταν οι καλύτεροι που έχουμε υπάρξει ποτέ και εμείς το χάψαμε αμάσητο, λες και το άθλημα σταμάτησε να είναι ομαδικό. Και μετά πέφτεις πάνω σε μασίφ γερμανικό μπετόν και βλέπεις αστράκια ΝΒΑ τύπου Σρέντερ, Βάγκνερ και Τάις. Και ζαλισμένος νομίζεις ότι βλέπεις τον υπολοχαγό Άλντο Ρέιν στους «Άδοξους Μπάσταρδους», όμως κατά βάση είναι ο Αντρέας Ομπστ που έμαθε να σουτάρει και του βγήκε σε καλό.

Μπορούμε και καλύτερα; Πιθανότατα. Για φέτος, τόσα μπορούσαμε.

Μάγκες, όπως πάντα, σας ευχαριστούμε.


Σχολιασμός

Γράψτε το σχόλιό σας