Στα χρόνια της τοξικότητας

Ο Χρήστος Καούρης ξεχωρίζει την αποτυχία ενός εκκωφαντικού αποκλεισμού με την καταστροφή που διαφαίνεται στον ορίζοντα της εθνικής ομάδας μπάσκετ.
0
Χρήστος Καούρης
06/09/2017 • 09:11
Φινλανδία-Ελλάδα
  • shares
Η καταστροφή με την αποτυχία είναι γειτόνισσες. Ζουν μεσοτοιχία, συχνά μοιράζονται πράγματα, μια υστερία εδώ, μια κραυγή εκεί. Οι γείτονες συχνά τις μπερδεύουν, χρειάζονται να συγκεντρώσουν τη σκέψη τους για να θυμηθούν ποια είναι ποια. Στο Ευρωμπάσκετ που για την εθνική μας ομάδα ξεκίνησε στην Φινλανδία, ο αποκλεισμός από τις 16 καλύτερες ομάδες του τουρνουά θα συνιστά, ασυζητητί, παταγώδη αποτυχία. Αλλά όχι καταστροφή. Η τελευταία θα έρθει, αν η απαξίωση μεταφερθεί στα σπλάχνα της, στους μπασκετομπολίστες της. Μια ιστορία που έχει ήδη ξεκινήσει. 

Τους προπονητές, έχουμε μάθει καιρό πως να τους αναλώνουμε. Καζλάουσκας, Ζούρος, Τρινκέρι, Κατσικάρης, τώρα Μίσσας, πέντε σε οκτώ χρόνια μέσα. Στη μετά – Γιαννάκη εποχή αντιμετωπίζονται από την Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης περίπου σαν αναγκαίο κακό και οπωσδήποτε σαν αποδιοπομπαίοι τράγοι. Μάθαμε να τους αποχαιρετάμε νοητά, χωρίς «ευχαριστώ», χωρίς «καλή συνέχεια», τις περισσότερες φορές στα μουγκά, μέσω «κύκλων». Σε κάποιους δεν μπαίναμε καν στη διαδικασία να τους αποζημιώσουμε, πριν αποφανθούν δικαστήρια και παγώσουν τους λογαριασμούς μας για να πληρωθούν. Δεν είναι να απορεί κανείς, που πριν την έσχατη στιγμή προσλάβουμε τον έσχατο, τον είχαμε ήδη ακυρώσει. Αφού εκεί πήγαινε το πράγμα, γραμμικά, αναπόφευκτα. 

Το φετινό καλοκαίρι της «επίσημης αγαπημένης» είναι ενδεικτικό για το πως η εθνική έχει αρχίσει να παύει να θεωρείται η επόμενη μεγάλη περιπέτεια μιας ομάδας ντυμένης στα γαλανόλευκα. Όχι (μόνο) γιατί οι παίκτες πλακώνονται, αλλά γιατί τα στεγανά της αποδεικνύονται αδύναμα για να το κρατήσουν μυστικό. Επειδή ο μεγαλύτερος σταρ της επιλέγει το instagram για να πει αυτά που θέλει, αφού είναι φανερά τρομαγμένος από τους επικοινωνιακούς χειρισμούς της ομάδας που ανήκει. Εικόνες ανέμπνευστων παικτών, γλώσσα του σώματος που δεν λέει ψέμματα. Παιδιαρίσματα μεγάλων εφήβων που δεν παίζουν και κρατάνε την αναπνοή τους.

Προπονητής που επιλέγει μεσούσης της μάχης να προϊδεάσει για αποκαλύψεις, λες και βλέπουμε τρέιλερ από δελτίο ειδήσεων. Σουφρωμένα χείλια που ανοίγουν για να ξεστομίσουν ανοησίες που κρεμάνε τους συμπαίκτες τους, τους συμπολεμιστές τους, στα μανταλάκια. Και που τρέχουν μετά να τις ανακαλέσουν για να εισπράξουν μπράβο από το κοινό για την αντρίκεια συγγνώμη. Δεν αργούμε να ξεκινήσουμε να χορηγούμε πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης, γιατί «ο ένας παίζει με πάθος και ο άλλος όχι». Σάμπως χαράμισε κανείς από όλους αυτούς που ζουν στο Ελσίνκι το καλοκαίρι του για να πάει αδιάφορος να γίνει βορά, αγωνιστική και μη, αντιπάλων και συμπατριωτών. 

Είναι προφανώς αφελής αυτός που πιστεύει πως όλες οι συλλογικές εθνικές επιτυχίες  ήταν από παρέες σε ατμόσφαιρα πενταήμερης. Ωστόσο είναι ακόμα περισσότερο αφελής αν θεωρεί πως τα ίδια γκρουπ δεν περιχαρακώνονταν από ισχυρούς και απαράβατους κανόνες, γραφτούς και άγραφους. Πως δεν διέθεταν ισχυρές προσωπικότητες εντός και εκτός παρκέ για να τις επιβάλλουν, εγκολπώνοντας τους νεοφερμένους και αποβάλλοντας τους απροσάρμοστους. 

Η εθνική ομάδα μοιάζει να βρίσκεται κοντά στο χείλος του γκρεμού. Όχι επειδή κινδυνεύει με έναν ατιμωτικό αποκλεισμό, αλλά επειδή μετατρέπεται, αργά αλλά σταθερά, σε ένα τοξικό περιβάλλον στο οποίο επαγγελματίες μπασκετομπολίστες με υψηλή στάθμη εθνικής συνείδησης και προσφοράς νιώθουν πως έχουν πολλά περισσότερα να χάσουν από το να κερδίσουν. Μπορεί να ακούγεται οξύμωρο από τη στιγμή που η εργασία στην εθνική είναι εθελοντική, εντούτοις δεν είναι. Οι λόγοι για τους οποίους κάποιος φορά τη φανέλα με το εθνόσημο μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις: 
-  Αίσθηση εθνικού καθήκοντος, χωρίς περαιτέρω εξήγηση. 
-  Προσδοκία καλύτερου επαγγελματικής  αποκατάστασης: δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις παικτών που οικοδόμησαν ή επιδιόρθωσαν την πίστη στις δυνατότητες τους μέσα από διεθνή τουρνουά, και μαζί αυτή των σταθερών ή μελλοντικών εργοδοτών τους. 
-  Συναισθηματικό ΄δέσιμο ανάμεσα σε γενιές που μεγαλώνουν μαζί και σφυρηλατούνται από επιτυχίες και αποτυχίες, θριάμβους και καταστροφές. Το παράδειγμα των gauchos της Αργεντινής είναι το πιο χαρακτηριστικό. 

Λειτουργώντας μέσα στο χαοτικό ενδιαίτημα της Ε.Ο.Κ., η εθνική ομάδα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις διακρίσεις του παρελθόντος. Οι τελευταίες δεν είναι πρόβλημα per se, όσο και αν η ελληνική αθλητική κουλτούρα είναι περισσότερο συνδεδεμένη με την νίκη παρά με τη συμμετοχή. Η γαλανόλευκη ομάδα του μπάσκετ έχει προ πολλού κερδίσει τα γαλόνια της σε επιτυχίες και μέταλλα, τόσα που αρκεί η συγκίνηση μιας ομάδας που αφήνει τα πάντα στο παρκέ για να συντηρήσει ή να προσθέσει κι άλλους πιστούς στους κόλπους της.

Όταν όμως οι επιτυχίες στερεύουν, δοκιμάζονται και αποκαλύπτονται οι χαρακτήρες: τα χαμόγελα της νίκης είναι σχεδόν πάντα ίδια. Στο μόνιμα μεταλλαγμένο, σε σημείο πλέον παραμόρφωσης, διοικητικό τοπίο της ομάδας αγγίζει τα όρια του case study το κατά πόσον οι εγωισμοί δεν θα προκαλέσουν κατάρρευση στο κακοσυντηρημένο φράγμα ηγεσίας και νοοτροπίας. Φυσικά οι ίδιοι δεν είναι άμοιροι ευθυνών, κάθε άλλο: αλλά η ιεράρχηση των ευθυνών είναι πρωτεύον ζητούμενο πριν καταλήξουμε στους αγωνιστικούς αφορισμούς. 

Η εθνική μπορεί να επιστρέψει από το Ελσίνκι, μπορεί κι από την Κωνσταντινούπολη. Ίσως χωθεί στη λήθη του 16-24, ίσως τρυπώσει και στις οκτώ καλύτερες. Αλλά αν δεν χτυπήσουν εκκωφαντικά οι σειρήνες του συναγερμού, δεν θα προκαλέσει εντύπωση σε κανένα αν σε δύο χρόνια οι αρνήσεις και οι πρόωρες αποχωρήσεις ξεκινήσουν να γίνονται κάτι περισσότερο από ηχηρές εξαιρέσεις. Αυτή θα είναι η πραγματική καταστροφή. 
Γράψτε το σχόλιο σας...