Κάνε μου λιγάκι μμμ

Η πεντάδα – δάσος, το ανοιχτό γήπεδο, οι ρόλοι που μοιάζουν βολικοί και ο Γιάννης που κυριαρχεί χωρίς να βάλει την τελευταία ταχύτητα. Ο Χρήστος Καούρης γράφει για την πρεμιέρα της εθνικής στο «Ακρόπολις».
Δημοσίευση: 17/08/2019 - 01:09
Ο.Α.Κ.Α, δεύτερη περίοδος στην πρεμιέρα Ελλάδας και Ιταλίας στο φετινό «Ακρόπολις». Αποκαμωμένοι από το πρώτο δεκάλεπτο διαρκούς επιβολής του Γιάννη Αντετοκούνμπο, οι Ιταλοί αποφασίζουν να ξεκινήσουν το σύστημα «φράχτης», ορθώνοντας μπροστά του δύο παίκτες, τόσο κλειστά που τα «φτερά» της άμυνα τους έμοιαζαν σεληνιακά τοπία, ορφανά από υπερασπιστές σε ακτίνα δύο, ίσως και τριών μέτρων. Ο Greek Freak πετάει τη μπάλα στα αριστερά του, στον Γιαννούλη Λαρεντζάκη, που παίρνει ένα σουτ που κομίζει μαζί του τον φόρο πολυτελείας που απολαμβάνουν όσοι αγωνίζονται μαζί με αυτό το θαύμα της φύσης. Το βάζει. 

Νωρίτερα, το ψηλό σχήμα της εθνικής έκρυψε τον ουρανό των στερημένων από την ποιότητα των Ντατόμε – Γκαλινάρι Ιταλών και έδωσε 6/7 αιφνιδιασμούς σε Καλάθη, Γιάννη, Παπαπέτρου και Παπανικολάου. Ο Νικ αναψηλάφησε τον MVP Ευρωλίγκας που κρύβει μέσα του μετατρέποντας κάθε φάση στο ανοιχτό γήπεδο σε ποδοβολητών καθαρόαιμων: μία κάρφωνε ο Γιάννης, μία ο Ιωάννης. Την ίδια στιγμή, ο χωρίς θέση – όπως οι μονόκεροι του μπάσκετ – παίκτης των Μπακς ξεκίνησε το ματς με πατημένο το γκάζι, έβαλε τους όρους του στην παρτίδα καρφώνοντας σε όποιον βρήκε απέναντι του, έκανε λιγάκι μμμ, όλα μέσα στο πρόγραμμα. Το γκάζι δεν σπρώχτηκε ως το πάτωμα, δεν χρειάζεται κιόλας, τέτοια εποχή. Ο κόσμος παραληρούσε χαζεύοντας «το αλλιώτικο, το από αλλού φερμένο», το οποίο σε πείσμα του Ελύτη, οι άνθρωποι όχι μόνο το άντεχαν, αλλά δεν το χόρταιναν κιόλας. 



Ο τραυματισμός του Σλούκα, μια γονατιά στη γάμπα που του άφησε κακό πεσκέσι ένα αιμάτωμα, αφαίρεσε από τον Θανάση Σκουρτόπουλο την ευκαιρία να δοκιμάσει τα σχήματα που ήθελε, με τον γκαρντ της Φενέρ ως μοναδικό καθαρόαιμο γκαρντ και δίδυμο μαζί με τον Καλάθη. Το κακό θα είναι μικρό και απόλυτα διαχειρίσιμο αν ο τραυματισμός μείνει τόσο ασήμαντος όσο αναμένεται, ένα πισωγύρισμα 4-5 ημερών, περισσότερο τρομάρα παρά πρόβλημα. 

Ο Παπαπέτρου παίζει με φανερή την αυτοπεποίθηση μιας γεμάτης χρονιάς, χωρίς πια νεύρα και ερωτηματικά, έτοιμος να γίνει ο τρίτος πόλος του αιφνιδιασμού δίπλα σε Γιάννη – Καλάθη. Ο Κώστας Παπανικολάου μοιάζει χαρούμενος να ξοδεύει το πλεόνασμα της ενέργειας του στην άμυνα, διατεθειμένος να κουμπώσει σε έναν 3&D ρόλο στον οποίο η επίθεση θα του ζητά λίγα και ποιοτικά. Φορώντας το μανδύα του ρολίστα, ο «Παπ» μπορεί να είναι η κόλλα που θα κρατάει την πεντάδα ενωμένη. Αν σας φαίνεται μειωτικό, θυμηθείτε ποιος ήταν ο MVP των τελικών του ΝΒΑ του 2015. Δεν τον έλεγαν Κάρι, ούτε Τόμπσον, αλλά Αντρέ Ιγκουοντάλα. 

Ο Γιάννης Μπουρούσης ήταν αυτός που κατάφερε περισσότερο από κάθε άλλον να περιορίσει την πληγή των ριμπάουντ, το μοναδικό πραγματικό ψεγάδι που είχε η εθνική απέναντι στην Ιταλία. Τα 21 επιθετικά των «ατζούρι» δικαιολογούνται μόνο σε ένα βαθμό από τη στιγμή που οι γείτονες βάλθηκαν να χτίζουν Κολοσσαίο στην Αθήνα (27/72 σουτ, 3/25 τρίποντα), με αρκετά από αυτά να είναι ορφανές μπάλες στα 5 μέτρα. «Μπούρου» (17, 15+2) και Γιάννης (8, 6+2) κατέβασαν τα 25 από τα 35 ριμπάουντ της εθνικής στο ματς (71.4%), ποσοστό όχι κολακευτικό για τους υπόλοιπους. 



Ο Γιάννης Αθηναίου βρήκε 16 σκάρτα λεπτά χωρίς να εκτεθεί, έμεινε άστοχος από μακριά (0/3 τρίποντα), δυσκολεύτηκε να διαχειριστεί τα γεμάτα φόργουορντ σχήματα χωρίς δεύτερο χειριστή δίπλα του, αλλά έβγαλε εγωισμό και χαρακτήρα στο παιχνίδι του, μάλλον κερδίζοντας πόντους απέναντι στον σκληρό Ντάνιελ Χάκετ. Ο Γιαννούλης Λαρεντζάκης έφερε ετοιμότητα και άγνοια κινδύνου από τον πάγκο, στοιχείο ανεκτίμητο για αυτόν που θα έχει την ετικέτα του impact sub στην «γαλανόλευκη». Ο Θανάσης, που αυτή τη δουλειά την έχει κάνει επιστήμη, τελείωσε χαρούμενος τις φάσεις σε τρία baseline cuts, πέτυχε φόλλοου κάρφωμα, είχε και ένα καταδιωκτικό μπλοκ, όλα σε συσκευασία 13 λεπτών, η ειδικότης του άλλωστε. 

Την ίδια στιγμή, ο Γιώργος Πρίντεζης μπορεί να διατηρεί τα κύτταρα του γεμάτα από οξυγόνο αγωνιζόμενος στο όριο των 16-18 λεπτών. Χθες βράδυ πέτυχε 12 αθόρυβους πόντους χωρίς να χάσει σουτ και έδειξε πως μπορεί ακόμα να είναι πολύτιμος σε μια less is more φιλοσοφία χρησιμοποίησής του. 

Όσο για το τρίποντο, μάλλον δεν έχει νόημα να συνεχιστεί για πολύ ακόμα η συζήτηση για το «πότε θα έρθει». Αν με δίδαξε κάτι η παρουσία του Ρικ Πιτίνο στον περσινό Παναθηναϊκό, μία ακόμη ομάδα με σημαντικό πρόβλημα σε αυτό τον τομέα, είναι πως δεν έχει νόημα να παίζεις υποκρινόμενος πως είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι πραγματικά. 

Η εθνική είναι μια ομάδα με μέτριους σουτέρ. Οφείλει πρώτα από όλα να το παραδεχτεί και στη συνέχεια να αποφασίσει να εξαντλεί τα προτερήματα της. Το μέγεθος, την συνεργασία, την δημιουργία στο χαμηλό ποστ, την διαφορετική βαρύτητα που προκαλεί η παρουσία του Γιάννη, την ταχύτητα που μπορεί να υπηρετήσει παρόντος του Greek Freak. Μέσα από όλα αυτά, θα βρει και τα «σιγουράκια» της από μακριά.