Ο 46χρονος σήμερα Ναπολιτάνος, έπαιξε μεταξύ άλλων σε Τερνάνα, Περούτζια, Γιουβέντους, Φιορεντίνα, Μπενφίκα, Παλέρμο και Λέτσε, ενώ αγωνίστηκε και με την Εθνική Ιταλίας.
Ωστόσο, από τα ψηλά βρέθηκε στα χαμηλά, καθώς το 2017 καταδικάστηκε 3 χρόνια και 6 μήνες φυλάκισης, για εκβιασμό, καθώς είχε αναθέσει σε μέλος της μαφίας, να εισπράξει χρήματα που του οφείλονταν από ένα νυχτερινό κέντρο. Συνολικά έμεινε στη φυλακή για έξι μήνες και εκτέλεσε κοινωφελή εργασία για το υπόλοιπο της ποινής του.
Γεννημένος στην…πόλη του Μαραντόνα, ο Μίκολι είχε ως ήρωα τον Ντιέγκο και μάλιστα πολύ τον παρομοίασαν με αυτόν, λόγω παρόμοιας σωματοδομής. Ο Ιταλός, έχει δώσει το όνομα του θρυλικού Αργεντινού στον γιο του, έχει τατουάζ τον Τσε Γκεβάρα όπως το είδωλό του, ενώ παλαιότερα είχε αγοράσει σε δημοπρασία ένα σκουλαρίκι του αντί 25.000 ευρω!
Ο Μίκολι μίλησε στη Gazzetta dello Sport για την ταραχώδη του ζωή.
Για τον Μαραντόνα ανέφερε: «Την πρώτη φορά που είδα τον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα ήταν σαν να είχα δει τον Ιησού Χριστό. Με εντυπωσίασε γιατί ήταν αλτρουιστής, έπαιζε περισσότερο για τις ασίστ παρά για τα γκολ. Ήθελα να είμαι σαν αυτόν. Ήμουν στο αυτοκίνητο όταν έμαθα για τον θάνατό του. Έκανα στην άκρη, έμεινα ακίνητος και σιωπηλός για δέκα λεπτά. Σε μία θυρίδα ασφαλείας φυλάω το σκουλαρίκι που η Οικονομική Αστυνομία του κατέσχεσε στο αεροδρόμιο της Ρώμης. Το αγόρασα σε δημοπρασία για 25.000 ευρώ. Δεν το φόρεσα ποτέ, θα ήθελα να του το επιστρέψω. Το τατουάζ του Τσε Γκεβάρα το έκανα γιατί το είχε κι αυτός. Εμένα η πολιτική πάντα με ενδιέφερε λίγο, όμως ήξερα ποιος ήταν ο Τσε Γκεβάρα γιατί ο θείος μου Τονίνο, ένας αριστερός άνθρωπος, μιλούσε πάντα γι’ αυτόν».
Για τη Μίλαν: «Βρέθηκα σε ένα οικοτροφείο στο Λόντι, μαζί με πολλά παιδιά που θα έκαναν καριέρα: Φραντσέσκο Κόκο, Έντσο Μαρέσκα, Ντανιέλε Ντάινο, Νίκολα Κορρέντ. Υπέφερα και δεν άντεξα, στο τέλος της δεύτερης σεζόν γύρισα σπίτι. Σκέφτηκα ότι θα με έπαιρνε η Λέτσε, αλλά αυτοί με “πάγωσαν”: “Δεν σημαίνει ότι εδώ θα είσαι βασικός επειδή ήσουν στη Μίλαν’’. Υπέγραψα στην Καζαράνο. Έκανα ντεμπούτο στη Serie C, έβαζα γκολ. Πήγα στην Τερνάνα. Μετά ήρθε η Γιούβε, που με έδωσε δανεικό στην Περούτζια».
Για τη Γιουβέντους: «Ο Λουτσιάνο Μότζι με έκανε να πληρώσω το γεγονός ότι αρνήθηκα να αναθέσω την εκπροσώπησή μου στον γιο του Αλεσάντρο. Στο Τορίνο, πολλοί μου συνέστησαν να υπογράψω με τη Gea του Αλεσάντρο Μότζι. Μου το πρότεινε και ο Αντόνιο Κόντε, εγώ όμως είχα ήδη μάνατζερ και δεν ήθελα να τον προδώσω. Δεν ξέρω αν ό,τι συνέβη μετά έγινε από κακία. Ο Μότζι πατέρας με πείραζε για τα τατουάζ, το σκουλαρίκι, τα μαλλιά και όταν γύρισα από δανεισμό στη Φιορεντίνα, υπήρξε το επεισόδιο με το λεωφορείο. Αυτοί είχαν κερδίσει το πρωτάθλημα που μετά αφαιρέθηκε λόγω Calciopoli και μια μέρα μας πήγαν στο Δημαρχείο για μία βράβευση. Εγώ έμεινα μόνος μέσα στο λεωφορείο, να περιμένω, μια ταπεινωτική κατάσταση. Με πούλησαν στη Μπενφίκα. Δεν μετανιώνω, όμως αναρωτιέμαι πώς θα είχε πάει η καριέρα μου αν είχα δεχτεί να αλλάξω ατζέντη. Όταν ήμουν στη φυλακή, μου έλεγαν ότι ο Μότζι, ο πατέρας, τηλεφωνούσε για να μάθει πώς είμαι και αυτό με έκανε να σκεφτώ. Πέρα από όλα, σήμερα πιστεύω ότι ο Μότζι είναι ένας αληθινός άνθρωπος».
Για τη ζωή του στη φυλακή: «Όταν παρουσιάστηκα στο σωφρονιστικό κατάστημα του Ροβίγκο, κατέβηκα από το αυτοκίνητο και έκανα το τελευταίο κομμάτι με τα πόδια, προς την πύλη, με την τσάντα στον ώμο. Ήταν τρομερό. Μετά τα έγγραφα, η έρευνα. Οι κρατούμενοι με υποδέχτηκαν καλά, δεν με έβαλαν ποτέ μέσα στα δικά τους. Όταν υπήρχαν ζητήματα, με απομάκρυναν. Έλεγαν: “Εσύ τι κάνεις εδώ;”. Μου έκαναν πλάκα: “Φαμπρίτσιο, εδώ σκοτωνόμαστε για δύο πράγματα, τα χαρτιά και το ποδόσφαιρο”. Κατάλαβα. Έτσι έμπαινα στο τέρμα και τις λίγες φορές που έπαιζα ως επιθετικός δεν έκανα ποτέ τον σταρ, κινούμουν με τραβηγμένο χειρόφρενο. Το διπλό ήταν μια ξέγνοιαστη στιγμή και έτσι έπρεπε να παραμείνει».
Για τις σημερινές του δραστηριότητες, μίλησε στην Corriere della Sera: «Προπονώ μια γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου, είναι πραγματικά δική μου η ομάδα και είμαι περήφανος όσο ποτέ πριν. Τα κορίτσια μου δίνουν ενέργεια, με κάνουν περήφανο. Φέτος κερδίσαμε το Κύπελλο Πούλια και το πρωτάθλημα και τώρα υπάρχουν τα πλέι-οφ για να πάμε στη Serie C. Άνοιξα σχολή ποδοσφαίρου και εδώ και δύο χρόνια έχω αυτή την ομάδα, λέγεται ASD Fabrizio Miccoli femminile. Τον Μάιο μας περιμένει ένας πολύ δύσκολος όμιλος για να πάμε στη C. Έχω τρελαθεί! Οι γυναίκες σου δίνουν κάτι παραπάνω ως ικανοποίηση. Φυσικά, είναι ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο, δεν πρέπει να γίνεται σύγκριση με το ανδρικό. Λιγότερη ένταση και ρυθμός, υπάρχει λιγότερη δύναμη αλλά είναι πολύ πιο συναρπαστικό. Αν πάμε στη C δεν θέλω ούτε να φανταστώ τη χαρά για το μικρό μου χωριό, το Σαν Ντονάτο. Μια περηφάνια για όλους».