Η αποχώρηση του 42χρονου Λεμπρόν από τους Λέικερς δεν είναι μια ηρωική έξοδος, αλλά η τελική επιβεβαίωση ενός τεχνητά διογκωμένου μύθου. Πίσω από τα ρεκόρ κρύβεται ένας παίκτης που πάντα απέφευγε τα δύσκολα, υπονόμευσε τους συλλόγους και ευνοήθηκε προκλητικά από το σύστημα. Το πραγματικό του μέγεθος αποδείχθηκε τελικά μικρότερο.

Η είδηση της αποχώρησης του Λεμπρόν Τζέιμς από τους Λος Άντζελες Λέικερς στα 42 του χρόνια δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα μεταγραφική βόμβα, είναι ο προτελευταίος σταθμός μιας εποχής που άλλαξε σύσσωμο το οικοδόμημα του παγκόσμιου μπάσκετ. Ο άνθρωπος που περπάτησε στα παρκέ του ΝΒΑ φέροντας στις πλάτες του το βάρος της προσδοκίας ολόκληρης της αθλητικής βιομηχανίας, αποφασίζει για ακόμη μια φορά να μαζέψει τις βαλίτσες του. Στην ηλικία που άλλοι θρύλοι παρακολουθούν τα παιχνίδια από τις σουίτες των γηπέδων, ο Λεμπρόν αναζητά τον επόμενο σταθμό, την επόμενη πρόκληση ή ίσως την επόμενη ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει την υστεροφημία του.

Ωστόσο, πίσω από την αναμφισβήτητη λάμψη των αριθμών, των σπασμένων ρεκόρ και της αθλητικής μακροζωίας που αγγίζει τα όρια του υπεράνθρωπου, κρύβεται μια πιο σύνθετη και κατά τη γνώμη μου σκοτεινή αλήθεια. Η κριτική αποτίμηση της πορείας του Λεμπρόν Τζέιμς δεν είναι μια προσπάθεια μείωσης των επιτευγμάτων του. Είναι αντίθετα, μια αναγκαιότητα για να κατανοήσουμε το πραγματικό του «μπόι» στον ιστορικό ορίζοντα του αθλήματος. Γιατί, αν απογυμνώσουμε τον Λεμπρόν από το πέπλο της επικοινωνιακής υπερπαραγωγής που τον συνοδεύει από το λύκειο, θα βρούμε έναν αθλητή που παρά το μέγεθός του, λειτούργησε συχνά ως ένας εγωκεντρικός μονάρχης, θεωρώντας τον εαυτό του μεγαλύτερο από τους ίδιους τους οργανισμούς που τον φιλοξένησαν.

Το Αμάρτημα της Ύβρεως: Μεγαλύτερος από τη Φανέλα

Υπάρχουν ομάδες στο ΝΒΑ που κουβαλούν μια ιστορία τόσο βαριά, που κανένας παίκτης, όσο σπουδαίος κι αν είναι, δεν μπορεί να την ξεπεράσει. Οι Λος Άντζελες Λέικερς είναι μία από αυτές. Στο Staples Center (έτσι το έμαθα, έτσι το λέω) κρέμονται οι φανέλες του Τζέρι Ουέστ, του Καρίμ Αμπντούλ-Τζαμπάρ, του Μάτζικ Τζόνσον, του Σακίλ Ο’Νίλ, του Κόμπι Μπράιαντ. Παίκτες που ταυτίστηκαν με το «χρυσό και μωβ», που πόνεσαν με τον οργανισμό, που έγιναν ένα με την κουλτούρα της πόλης.

Ο Λεμπρόν Τζέιμς δεν έγινε ποτέ Λέικερ. Χρησιμοποίησε τους Λέικερς ως το ιδανικό σκηνικό για το Χόλιγουντ της δικής του ζωής, ως την πλατφόρμα για την επιχειρηματική του αυτοκρατορία και ως το όχημα για να ξεπεράσει το στοιχειωμένο ρεκόρ σκοραρίσματος του Καρίμ. Η απόφασή του να αποχωρήσει στα 42 του, αφήνοντας πίσω του έναν οργανισμό σε μεταβατικό στάδιο, επιβεβαιώνει μια πάγια νοοτροπία. Ο Λεμπρόν θεωρεί τον εαυτό του μεγαλύτερο από τις ομάδες που αγωνίζεται.

Αυτή η τάση ξεκίνησε από το Κλίβελαντ, γιγαντώθηκε στο Μαϊάμι, συνεχίστηκε στη δεύτερη θητεία του στους Καβαλίερς και σφραγίστηκε στο Λος Άντζελες. Για τον Λεμπρόν, οι ομάδες δεν είναι θεσμοί προς υπηρέτηση, αλλά «ενοικιαζόμενα οχήματα». Όσο το όχημα αποδίδει και τον οδηγεί στον τίτλο, το οδηγεί. Όταν οι αναρτήσεις χαλάνε και οι πόροι εξαντλούνται, συχνά λόγω των δικών του απαιτήσεων για ανταλλαγές βετεράνων και άμεση επιτυχία, ο Λεμπρόν απλώς αλλάζει αντιπροσωπεία. Αυτή η έλλειψη σεβασμού προς την ιστορικότητα των συλλόγων αλλοιώνει την έννοια του franchise player. Ο Λεμπρόν δεν έχτισε ποτέ μια δυναστεία με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά έχτισε τη “Δυναστεία του Εαυτού του”, μετακινούμενος από πόλη σε πόλη.

Το «Decision» του 2010 και η Αλλοίωση του Ανταγωνισμού

Για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε στο σήμερα, πρέπει να επιστρέψουμε στο καλοκαίρι του 2010. Το διαβόητο «The Decision», η ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή όπου ο Λεμπρόν ανακοίνωσε ότι «μεταφέρει τα ταλέντα του στο South Beach», δεν ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό ατόπημα αλαζονείας. Ήταν η στιγμή που άλλαξε για πάντα το DNA του ΝΒΑ, και όχι απαραίτητα προς το καλύτερο.

Μέχρι τότε, οι μεγάλοι παίκτες επεδίωκαν να κερδίσουν τους αντιπάλους τους. Ο Μάικλ Τζόρνταν έπρεπε να ξεπεράσει το εμπόδιο των «Bad Boys» του Ντιτρόιτ. Ο Μάτζικ και ο Μπερντ ανταγωνίζονταν μέχρι θανάτου. Ο Κόμπι Μπράιαντ υπέμενε τα πέτρινα χρόνια των Λέικερς μετά την αποχώρηση του Σακίλ, περιμένοντας τη διοίκηση να χτίσει ξανά γύρω του. Ο Λεμπρόν Τζέιμς επέλεξε έναν άλλον δρόμο, αντί να νικήσει τον ανταγωνισμό, συμμάχησε μαζί του.

Η δημιουργία των «Big Three» στο Μαϊάμι με τον Ντουέιν Ουέιντ και τον Κρις Μπος εισήγαγε την εποχή των “Superteams”. Ο τρόπος χτισίματος των ομάδων έπαψε να είναι προϊόν του draft, του scouting και της υπομονετικής στρατηγικής των General Managers. Έγινε προϊόν συζητήσεων μεταξύ παικτών σε καλοκαιρινές διακοπές.

Αυτή η μετακίνηση αφαίρεσε από το πρωτάθλημα ένα μεγάλο μέρος της οργανικής του αντιπαλότητας. Ο Λεμπρόν έδειξε τον δρόμο, αν τα πράγματα ζορίσουν, δεν χρειάζεται να μείνεις και να παλέψεις, μπορείς απλώς να φτιάξεις μια ομάδα All-Star με τους φίλους σου. Αυτό το μοντέλο, που αργότερα αντέγραψε ο Κέβιν Ντουράντ πηγαίνοντας στους 73-9 Ουόριορς, ξεκίνησε από την ανάγκη του Λεμπρόν να βρει έναν σύντομο δρόμο προς το δαχτυλίδι, αποφεύγοντας τη μοναχική και επίπονη διαδικασία της κορυφής.

Ο Μύθος του Loyalty και η Φυγή στα Ζόρικα

Στην αθλητική μυθολογία, η πίστη είναι το νόμισμα που αγοράζει την αθανασία. Οι οπαδοί λατρεύουν τους παίκτες που έμειναν στα δύσκολα, που μάτωσαν για τη φανέλα. Ο Λεμπρόν Τζέιμς δεν μπορεί, με κανένα κριτήριο, να θεωρηθεί πρότυπο πίστης. Η καριέρα του είναι μια σειρά από στρατηγικές υποχωρήσεις και προγραμματισμένες μετακομίσεις.

Κάθε φορά που ο Λεμπρόν διέκρινε ότι το «παράθυρο» τίτλου μιας ομάδας έκλεινε, έβρισκε μια δικαιολογία για να αποχωρήσει.

  • 2010: Αφήνει το Κλίβελαντ γυμνό, καθώς η ομάδα δεν μπορούσε να του φέρει άμεσα δεύτερο σταρ.
  • 2014: Μόλις ο Ουέιντ άρχισε να δείχνει σημάδια σωματικής κάμψης και οι Σπερς διέλυσαν τους Χιτ στους τελικούς, ο Λεμπρόν επιστρέφει στο Κλίβελαντ, παρουσιάζοντάς το ως «ρομαντική επιστροφή του ασώτου». Στην πραγματικότητα, οι Καβαλίερς είχαν μαζέψει τρία νούμερο 1 draft picks (συμπεριλαμβανομένου του Κάιρι Ίρβινγκ) και είχαν τα ανταλλάγματα για να φέρουν τον Κέβιν Λαβ. Υπήρχε έτοιμο, φρέσκο υλικό για τίτλους.
  • 2018: Όταν ο Κάιρι Ίρβινγκ αποχώρησε και οι Γκόλντεν Στέιτ Ουόριορς έγιναν απροσπέλαστοι, ο Λεμπρόν άφησε ξανά το Κλίβελαντ καμμένη γη, μετακομίζοντας στο Λος Άντζελες.
  • Σήμερα: Με τους Λέικερς εγκλωβισμένους σε μέτριες σεζόν, με γερασμένο ρόστερ και περιορισμένα draft picks (πολλά εκ των οποίων θυσιάστηκαν για χάρη του), ο 42χρονος Λεμπρόν επιλέγει ξανά τη φυγή.

Ο Λεμπρόν δεν έμεινε ποτέ να διαχειριστεί την παρακμή μιας ομάδας που ο ίδιος, σε μεγάλο βαθμό, είχε διαμορφώσει. Λειτούργησε σαν ένας “παράσιτος” των οργανισμών, απομυζούσε κάθε ίχνος μέλλοντος (draft picks, νεαρούς παίκτες) για να κερδίσει το “τώρα” και όταν το μέλλον γινόταν παρόν και η ομάδα έπρεπε να πληρώσει το τίμημα, εκείνος αποχωρούσε για το επόμενο έτοιμο project.

Η Ψευδαίσθηση της Ανατολής και τα Ιστορικά Επιτεύγματα

Για να είμαστε δίκαιοι και αντικειμενικοί, η προσφορά του Λεμπρόν Τζέιμς στο παιχνίδι είναι κολοσσιαία. Η διάρκεια της καριέρας του, η ικανότητά του να παραμένει στο κορυφαίο επίπεδο για πάνω από δύο δεκαετίες, η μπασκετική του ευφυΐα και τα στατιστικά του (πρώτος σκόρερ όλων των εποχών) είναι επιτεύγματα που δύσκολα θα επαναληφθούν. Ήταν ένας αθλητής-πρότυπο όσον αφορά τη φροντίδα του σώματός του και την επαγγελματική του στάση εκτός παρκέ.

Ωστόσο, η ιστορία γράφεται με το απαραίτητο πλαίσιο και το πλαίσιο της κυριαρχίας του Λεμπρόν από το 2011 έως το 2018, όταν και έφτασε σε οκτώ συνεχόμενους τελικούς, περιλαμβάνει μια πολύ σημαντική υποσημείωση, την ιστορικά αδύναμη Ανατολική Περιφέρεια.

Κατά τη διάρκεια εκείνης της οκταετίας, η Ανατολή ήταν, με ελάχιστες εξαιρέσεις (όπως οι γερασμένοι Σέλτικς ή οι άπειροι Πέισερς), μια περιφέρεια χαμηλού επιπέδου. Οι πραγματικές «αιματοχυσίες» γίνονταν στη Δύση, όπου ομάδες όπως οι Σπερς, οι Θάντερ, οι Κλίπερς, οι Ρόκετς και αργότερα οι Ουόριορς εξόντωναν η μία την άλλη στα playoffs. Ο Λεμπρόν είχε το προνόμιο να κάνει περίπατο μέχρι τους τελικούς του ΝΒΑ, αντιμετωπίζοντας ομάδες με περιορισμένο ταλέντο (όπως οι Ράπτορς του ΝτεΡόζαν ή οι Χοκς των 60 νικών χωρίς έναν super star).

Αυτό αποδεικνύεται και από το τελικό του ρεκόρ στους τελικούς (4-6). Όταν ερχόταν η ώρα της κρίσης απέναντι στον πραγματικό πρωταθλητή της Δύσης, η διαφορά επιπέδου γινόταν εμφανής. Η Ανατολή λειτούργησε ως ένα προστατευτικό θερμοκήπιο για την υστεροφημία του Λεμπρόν, επιτρέποντάς του να χτίσει τον μύθο των συνεχόμενων τελικών, ο οποίος όμως συχνά κατέρρεε όταν η αντίσταση ήταν επιπέδου Δύσης.

Ο «Chosen One» πριν το Πρώτο Τζάμπολ

Το βαθύτερο πρόβλημα με την αντίληψη που έχει ο κόσμος για τον Λεμπρόν Τζέιμς, ξεκινά από την αφετηρία του. Πριν καν πατήσει το πόδι του στα παρκέ του ΝΒΑ, το σύστημα, τα ΜΜΕ (με επικεφαλής το ESPN) και οι πολυεθνικές εταιρείες ένδυσης τον είχαν ήδη χρίσει ως τον «Εκλεκτό» (The Chosen One). Του δόθηκε ένα στέμμα πριν καν δώσει ένα επίσημο παιχνίδι, πριν καν αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί την πίεση του επαγγελματικού αθλητισμού.

Αυτή η πρώιμη αγιοποίηση δημιούργησε μια στρέβλωση. Ο Λεμπρόν δεν χρειάστηκε να κερδίσει τον σεβασμό· του παραχωρήθηκε ως προνόμιο. Σε αντίθεση με τον Μάικλ Τζόρνταν, που έπρεπε να φτύσει αίμα για να ξεπεράσει το Λος Άντζελες και το Ντιτρόιτ, ή τον Κόμπι που ξεκίνησε από τον πάγκο των Λέικερς, ο Λεμπρόν μπήκε στη λίγκα με τους κανόνες κομμένους και ραμμένους στα μέτρα του.

Το ΝΒΑ είχε ανάγκη από έναν νέο Μεσσία μετά την απόσυρση του Τζόρνταν και τις εξωαγωνιστικές περιπέτειες της λίγκας στις αρχές των ’00s, με πρώτη και καλύτερη τη δικαστική διαμάχη του Κόμπι Μπράιαντ, ο οποίος βρέθηκε να μένει χωρίς χορηγούς, ελέω της υπόθεση βιασμού καμαριέρας στο Κολοράντο.

Ο Λεμπρόν ήταν το τέλειο προϊόν, αθλητικό θαύμα, καθαρό εξωαγωνιστικό προφίλ, επικοινωνιακός. Έτσι, το πραγματικό του «μπόι» διογκώθηκε τεχνητά από μια βιομηχανία που χρειαζόταν να πουλήσει παπούτσια και τηλεοπτικά δικαιώματα. Αυτή η διαρκής προστασία και η προώθηση δημιούργησαν έναν παίκτη που έμαθε να λειτουργεί σε ένα καθεστώς ασυλίας. Κάθε αποτυχία του χρεωνόταν στους προπονητές ή στους συμπαίκτες του, κάθε επιτυχία ήταν αποκλειστικά δικό του κατόρθρωμα.

Το Πρωτάθλημα της «Φούσκας» (2020) και η Σπρωγμένη Αυτοκρατορία

Η πιο τρανταχτή απόδειξη αυτής της συστημικής εύνοιας ήρθε το 2020, τη χρονιά της πανδημίας. Το πρωτάθλημα της «Φούσκας» στο Ορλάντο παραμένει ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους τίτλους στην ιστορία του ΝΒΑ, και ο τρόπος που διοργανώθηκε εξυπηρετούσε ένα πολύ συγκεκριμένο αφήγημα, την επιστροφή των Λέικερς και του Λεμπρόν στην κορυφή.

Μετά από μια πολύμηνη διακοπή, οι ισορροπίες του πρωταθλήματος ανατράπηκαν πλήρως. Ομάδες που είχαν χτίσει εξαιρετικό ρυθμό και χημεία πριν από την καραντίνα, ομάδες παρασάγγας καλύτερες και πιο συμπαγείς, όπως οι Μιλγουόκι Μπακς ή οι Λος Άντζελες Κλίπερς, παρουσιάστηκαν πνευματικά και σωματικά άδειες, ανίκανες να προσαρμοστούν στις πρωτόγνωρες συνθήκες του εγκλεισμού.

Αντίθετα, ο οργανισμός των Λέικερς, έχοντας το πλεονέκτημα της παρουσίας δύο ξεκούραστων stars (του Λεμπρόν και του επιρρεπούς σε τραυματισμούς Άντονι Ντέιβις, ο οποίος ωφελήθηκε τα μέγιστα από την τετράμηνη ξεκούραση), βρήκε το ιδανικό περιβάλλον. Χωρίς μετακινήσεις, χωρίς εχθρικές έδρες, χωρίς την πίεση του κόσμου, οι Λέικερς οδηγήθηκαν σε έναν τίτλο που έμοιαζε σχεδιασμένος στο εργαστήριο. Το ΝΒΑ χρειαζόταν αυτή την ιστορία, τον Λεμπρόν να φέρνει το δαχτυλίδι στο Λος Άντζελες, ειδικά μετά την τραγική απώλεια του Κόμπι Μπράιαντ στις αρχές εκείνης της χρονιάς.

Η «Φούσκα» δεν ήταν ένα κανονικό πρωτάθλημα, ήταν ένα τουρνουά ειδικών συνθηκών, όπου οι παραδοσιακές αξίες του ΝΒΑ (έδρα, αντοχή σε μια σεζόν 82 παιχνιδιών με ταξίδια, πνευματική διαχείριση της καθημερινότητας) πήγαν περίπατο. Και ο Λεμπρόν, με τη βοήθεια της συγκυρίας και της έμμεσης ώθησης της λίγκας, πρόσθεσε ένα δαχτυλίδι που στην ιστορική συνείδηση πολλών θα φέρει πάντοτε έναν αστερίσκο.

Ο Επίλογος ενός Μεγάλου, αλλά «Κατασκευασμένου» Μύθου

Στα 42 του, ο Λεμπρόν Τζέιμς φεύγει από τους Λέικερς όχι ως ένας ηρωικός ηγέτης που έκλεισε τον κύκλο του, αλλά ως ένας καιροσκόπος που αναζητά το τελευταίο κομμάτι της προσωπικής του δόξας. Η κριτική αυτή δεν πηγάζει από κόμπλεξ ή εμπάθεια, πηγάζει από την ανάγκη για ιστορική δικαιοσύνη.

Ο Λεμπρόν είναι ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες που έπαιξαν ποτέ το παιχνίδι. Αυτό είναι δεδομένο. Όμως, δεν είναι ο “Βασιλιάς” που μας παρουσίασαν. Είναι ένας αθλητής που έμαθε να ελέγχει τα πάντα, τους προπονητές του (τους οποίους συχνά υπονόμευε), τους General Managers (στους οποίους επέβαλλε συμβόλαια φίλων του), τα ΜΜΕ (που διαμόρφωναν το αφήγημα) και τον ίδιο τον ανταγωνισμό.

Το πραγματικό του ανάστημα είναι ελαφρώς μικρότερο από αυτό που η βιτρίνα του ΝΒΑ προσπαθεί να μας επιβάλλει. Γιατί η πραγματική μεγαλοσύνη δεν μετριέται μόνο με τους πόντους και τα triple-double, αλλά με τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες, με την πίστη που δείχνεις στους ανθρώπους που σε πίστεψαν και με τον σεβασμό σου προς το ίδιο το παιχνίδι. Και ο Λεμπρόν, στις πιο κρίσιμες καμπές της καριέρας του, επέλεξε την εύκολη φυγή, την προστατευμένη Ανατολή, τις Superteams και τις συστημικές διευκολύνσεις.

Η αποχώρησή του από το LA είναι απλώς η τελευταία πράξη ενός έργου που έχουμε ξαναδεί. Ο Λεμπρόν Τζέιμς θα πάει κάπου αλλού, θα φορέσει μια άλλη φανέλα, θα δηλώσει ότι «κυνηγά το φάντασμα από το Σικάγο», αλλά ο κόσμος πλέον ξέρει πως ο Βασιλιάς μπορεί να έχει πολλά δαχτυλίδια, αλλά το βασίλειό του ήταν πάντα χτισμένο πάνω σε κινούμενη άμμο.