Η 14η Μαΐου του 1938 έχει μείνει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη ως μία από τις πιο μελανές και αμφιλεγόμενες στιγμές στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου.

Στο πλαίσιο μιας σύντομης περιοδείας στην Ευρώπη, η Εθνική Αγγλίας αντιμετώπισε τη Γερμανία στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, σε μια εποχή που η ήπειρος βρισκόταν στα πρόθυρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Παρά την ένταση που προκαλούσε η επεκτατική πολιτική του Χίτλερ, η βρετανική κυβέρνηση ακολουθούσε τότε την πολιτική του «κατευνασμού». Με εντολή του Βρετανού πρέσβη, Νέβιλ Χέντερσον, ασκήθηκαν πιέσεις στην Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αγγλίας ώστε οι παίκτες να χαιρετήσουν ναζιστικά κατά την ανάκρουση του γερμανικού εθνικού ύμνου.

Παρότι οι έντεκα διεθνείς ποδοσφαιριστές εξέφρασαν την αντίθεσή τους, υποχρεώθηκαν τελικά να συμμορφωθούν. Τους διεμήνυσαν πως τυχόν άρνηση θα μπορούσε να κλονίσει τις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών, ενώ οι ίδιοι θα κινδύνευαν με αποκλεισμό από μελλοντικούς αγώνες της εθνικής τους ομάδας.

Έτσι, μπροστά σε 110.000 θεατές, οι παίκτες της Αγγλίας στάθηκαν δίπλα σε εκείνους της Γερμανίας και ύψωσαν το χέρι τους σε μια κίνηση που προκάλεσε αποτροπιασμό.

Για την ιστορία, η Αγγλία επικράτησε στον αγώνα με σκορ 6-3, όμως το αποτέλεσμα πέρασε σε δεύτερη μοίρα.

Αυτό που κατέγραψε η ιστορία δεν ήταν η αγωνιστική κυριαρχία, αλλά η εικόνα των Άγγλων παικτών να υποκύπτουν στις πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής, προσφέροντας ένα από τα πιο ντροπιαστικά στιγμιότυπα στα χρονικά του αθλήματος.