Υπάρχουν παίκτες αναντικατάστατοι σε κάθε ομάδα. Παίκτες-σημαιοφόροι του σωματείου, οι οποίοι μένουν στη συλλογική οπαδική μνήμη για πάντα. Αποτελούν φωτεινούς φάρους ακόμη και για τις επόμενες γενιές φιλάθλων, κι ας μην είχαν αυτοί την τύχη να έχουν έστω μια εικόνα τους από μια ενέργεια μέσα στο γήπεδο. Γι’ αυτούς, συνήθως, μιλάνε με θαυμασμό και οι αντίπαλοι -δείγμα της μεγαλοσύνης τους και της προσφοράς τους στο κλαμπ.
Τέτοιος παίκτης είναι για τον ΠΑΟΚ ο Γιώργος Κούδας. Και τέτοιος, μετά από σαράντα και πλέον χρόνια, φαινόταν ότι θα γίνει ο Γιάννης Κωνσταντέλιας. Είχε όλα τα στοιχεία. Κυριολεκτικά μεγάλωσε μέσα στο σύλλογο, όπως ο “Μεγαλέξανδρος”. Όταν ξεπετάχτηκε στην πρώτη ομάδα, έδειξε αμέσως τη σπάνια ποδοσφαιρική του ποιότητα. Έκανε τη διαφορά, χάρισε μοναδικές παραστάσεις μέσα στα γήπεδα κι έβαλε σφραγίδα τίτλου το 2024.
Και δεν ήταν μόνο αυτά! Με το ήθος του, τον ήπιο χαρακτήρα του και το χαμόγελό του κέρδιζε και τους αντιπάλους. Προπονητές άλλων ομάδων είπαν γι’ αυτόν τα καλύτερα, ακόμη και αντίπαλοι παίκτες, ενώ δεν υπήρξε αντίπαλη κερκίδα να τον αποδοκιμάσει. Αντιθέτως, υπήρξαν περιπτώσεις που παιδιά ακαδημιών αντιπάλων ομάδων, ακόμη κι από τις “μεγάλες” στην Ελλάδα, πριν ή μετά από ντέρμπι του ζήτησαν αυτόγραφο.
Κοντολογίς, στον ΠΑΟΚ τον Κούδα τον θύμιζε σε κάθε έκφανσή του. Κι όπως εκείνος δημιούργησε νέους οπαδούς για το σύλλογο, που στην πραγματικότητα αυτοί είναι η περιουσία και η δύναμη κάθε κλαμπ, έτσι κι ο “Ντέλιας” άρχισε να δημιουργεί στα τέσσερα χρόνια που πρόλαβε να δείξει τα σπάνια ποδοσφαιρικά του χαρίσματα με την ασπρόμαυρη φανέλα στο κορυφαίο επίπεδο.
Ένας σύγχρονος Κούδας, λοιπόν, με τα όλα του! Με διαφορετική εξέλιξη, όμως, όπως αποδείχτηκε ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου. Κι αυτό, διότι ό,τι δεν έκανε η διοίκηση του ΠΑΟΚ πριν από 45 χρόνια με τον τότε σημαιοφόρο της, το έκανε η νυν με τον διάδοχό του.
Τότε, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1981 για την ακρίβεια, όταν ο ΠΑΟΚ έβαλε στα σχοινιά την πανίσχυρη εκείνη την εποχή Άιντραχτ Φρανκφούρτης στον μεταξύ τους επαναληπτικό στην Τούμπα για το Κύπελλο Κυπελλούχων κι έχασε την πρόκριση στον επόμενο γύρο στα πέναλτι, η διοίκηση της γερμανικής ομάδας μετά το τέλος του αγώνα ζήτησε από τον πρόεδρο της “ασπρόμαυρης” ΠΑΕ, τον αείμνηστο Γιώργο Παντελάκη, να πάρει με μεταγραφή τον Γιώργο Κούδα. Ο Παντελάκης, όμως, είπε “όχι”.
Σημειωτέον, ο Γιώργος Κούδας ήταν τότε στα 35 του χρόνια και όδευε ολοταχώς στο τέλος της καριέρας του, κάτι που έγινε τρία χρόνια αργότερα. Ο Παντελάκης, ο οποίος 15 χρόνια νωρίτερα είχε πρωτοστατήσει στον ξεσηκωμό του ΠΑΟΚ για να μην πάει ετσιθελικά ο Κούδα στον Ολυμπιακό, ήξερε τι έκανε. Κράτησε τον σημαιοφόρο, αυτόν με τον οποίο ταυτιζόταν η κερκίδα. Και τότε τα χρήματα ήταν απαραίτητα για το σύλλογο. Πάνω από όλα, όμως, απαραίτητη ήταν η αύρα του “Μεγαλέξανδρου” στην Τούμπα, να υπάρχει εκεί νυν και αεί.
Βγήκε χαμένος τότε ο ΠΑΟΚ από μια πώληση, που στην εποχή της απόλυτης εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου που ζούμε, κακώς δεν έγινε; Αν μιλάμε για οικονομική τόνωση και ίσως και κάποιες επενδύσεις, που θα μπορούσε να κάνει ο σύλλογος διαθέτοντας τα χρήματα της ενδεχόμενης μεταγραφής, ίσως και ναι. Στο διηνεκές του χρόνου, όμως, δεν βγήκε χαμένος. Το αντίθετο, μάλιστα!
Ο Κούδας ήταν, είναι και θα είναι σε όλες τις “ασπρόμαυρες” ιστορίες, ενσωματωμένος στο συνειδητό, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο των οπαδών του ΠΑΟΚ, αλλά και των αντιπάλων οπαδών, όταν μιλάνε για τον “Δικέφαλο”. Κι ας μην τον έχουν δει ποτέ αγωνιζόμενο οι σύγχρονες γενιές, κάτι που συμβαίνει με όλους τους εκλεκτούς αθλητές όλων των συλλόγων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η νυν διοίκηση του ΠΑΟΚ προτίμησε την πώληση του Κωνσταντέλια (συμπτωματικά, σε άλλον γερμανικό σύλλογο) τώρα που… γυρνάει. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πολλά τα λεφτά. Δεν λέει κάποιος εύκολα όχι σε 26 εκατομμύρια ευρώ ζεστά κι άλλα 6 στο μέλλον με προϋποθέσεις, όπως και σε ποσοστό μεταπώλησης 17,5%. Στην ζυγαριά βαραίνει πολύ το νούμερο. Και δεν είναι μόνο το αντίτιμο. Υπάρχουν και μια σειρά από λόγοι, που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε, που δεν λέει εύκολα κάποιος όχι σε μια τέτοια πώληση.
Στην ζυγαριά, όμως, βαραίνει περισσότερο ο αντίλογος. Βαραίνει το σκεπτικό του Γιώργου Παντελάκη, ο οποίος δεν είχε την οικονομική επιφάνεια του Ιβάν Σαββίδη, ούτε τη εκπεφρασμένη δημοσίως φιλοδοξία να εντάξει τον ΠΑΟΚ στα μεγαλύτερα κλαμπ της Ευρώπης, συζητώντας το χτίσιμο νέου γηπέδου και νέου υπερσύγχρονου αθλητικού κέντρου.
Η ένταξη στα μεγαλύτερα κλαμπ της Ευρώπης, ξέχωρα από όλα τα άλλα, απαιτεί παίκτες μεγάλου βεληνεκούς. Και τέτοιος ήταν και είναι ο σύγχρονος σημαιοφόρος του ΠΑΟΚ, γέννημα θρέμμα του συλλόγου, ο Γιάννης Κωνσταντέλιας. Αυτός που εύκολα θα μπορούσε να γεμίσει τη νέα Τούμπα, όπως και πολλά άλλα γήπεδα εντός κι εκτός Ελλάδας. Αυτός, που οι οπαδοί του “Δικέφαλου” τον έκαναν εικόνα να παίζει με την ασπρόμαυρη φανέλα μαζί με τον Χρήστο Τζόλη, τον Κωνσταντίνο Κουλιεράκη και τον Στέφανο Τζίμα. Όλα αυτά τα “χρυσά” παιδιά των ακαδημιών του ΠΑΟΚ, που έκαναν την ίδια διαδρομή με τον “Ντέλια” και διαπρέπουν μακριά από την Τούμπα…