Ήταν ανάγκη αυτό καλοκαιριάτικα; Γράφει ο Χρήστος Καούρης.

Ξύπνησα χθες το πρωί, Πέμπτη, σε πλήρη επιφυλακή. Οι αγαπημένοι μου Σπερς είχαν μόλις τελειώσει το τέταρτο παιχνίδι με τους Νικς και έπρεπε να πάρω όλα τα πιθανά και απίθανα μέτρα για να μην μάθω το σκορ μέχρι το μεσημέρι, όταν θα είχα χρόνο να δω το παιχνίδι σε επανάληψη. Την είχα πατήσει ήδη μια φορά στο δεύτερο, ένα notification που ξέχασες να ακυρώσεις, ένα μήνυμα από το μοναδικό μπασκετογκρουπ που έχεις, δεν θα την πάταγα δεύτερη.

Τα κατάφερα άψογα, τρεις και τέταρτο είχα ξεκινήσει με 10πλο φρέντο εσπρέσο ανά χείρας, νομίζω τον έβαλα σε βάζο. Δύο ώρες αργότερα, έστελνα το παρακάτω μήνυμα στο γκρουπ με τους άλλους δύο:

«Δεν ξαναβλέπω ποτέ μπάσκετ αν δεν πληρώνομαι για αυτό».

Ώρα για κάποιες εξηγήσεις.

Είμαι φαν των Σαν Αντόνιο Σπερς από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν πήρε το μάτι μου έναν σέντερ-γαζέλα εν ονόματι  Ντέιβιντ Ρόμπινσον. Αριστερόχειρας, μνημείο αθλητικότητας, τον προτίμησα από τον Γιούινγκ και τον Χακίμ, κάπως ψήθηκα και με τα λευκά και τα ασημί, δεν ήθελε και πολύ. Εκεί που δέθηκα για πάντα ήταν όταν άκουσα τον «Ναύαρχο», όπως αποκαλούσαν τον Ρόμπινσον ένεκα της 4ετους φοίτησης του στο Ναυτικό, να μιλάει στη συνέντευξη τύπου των τελικών της Δύσης του 1995, λίγη ώρα αφού ο Χακίμ τον έχει ισοπεδώσει χορεύοντας όλες τις πιθανές εκδοχές του dream shake. «Να σας πω την αλήθεια, πιστεύω ότι αναλογικά πήγα καλά πάνω του»: μια γεμάτη φινέτσα και ποιότητα παραδοχή του καλύτερου χωρίς παράλληλα να μειώνει κανείς τον εαυτό του. «Μερικές φορές κάνεις ό,τι μπορείς, απλά ο αντίπαλος είναι καλύτερος» – δεν το ξέχασα ποτέ.

Μία από τις έντιμες συναλλαγές που έγιναν από τη στιγμή που ξεκίνησα να κάνω τη δουλειά του δημοσιογράφου είναι πως δεν θα έχεις πια συναισθηματική εμπλοκή με το παιχνίδι – όλο αυτό θα γίνεται μέσα από το αδυσώπητο φίλτρο του επαγγελματισμού, κοσκινισμένο από οτιδήποτε προσωπικό. Περιγράφεις ματς, δεν χολοσκάς για το ποιος θα κερδίσει, είναι  μια μέρα στη δουλειά. Θες να κερδίσει η ελληνική ομάδα, αλλά δεν είσαι φαν, είσαι ο αποστασιοποιημένος επαγγελματίας θεατής που δεν πρέπει να του ξεφύγει τίποτα. Επιβάλλεται να σε συναρπάσει ένα παιχνίδι, αλλά δεν μπορείς πια να πάρεις θέση στη μία πλευρά, να αντιπαθήσεις τον αντίπαλο, να μιλάς στους παίκτες της ομάδας σου λες και μπορείς να τους βοηθήσεις. Αυτή η εποχή έχει παρέλθει, ανεπιστρεπτί.

Είχαν περάσει δώδεκα χρόνια από την τελευταία φορά που είχα δει Σπερς στους τελικούς. Σε αυτό το διάστημα η σχέση μου με το ΝΒΑ έφθινε σταδιακά και συντηρούνταν αποκλειστικά μέσω του Γιάννη Αντετοκούνμπο, όσο λιγότερο ήταν αυτός στην postseason, τόσο λιγότερο έβλεπα κι εγώ.

H τελευταία ανάμνηση των Σπερς ήταν θριαμβευτική, η απόλυτη revenge season μιας κοσμοπολίτικης ομάδας που είχε παίκτες από τις Η.Π.Α., την Αργεντινή, τη Γαλλία, τη Βραζιλία, την Αυστραλία, τον Καναδά, την Ιταλία. H ομάδα που ένα χρόνο νωρίτερα είχε δει να το Μαϊάμι να της παίρνει το πρωτάθλημα από τα χέρια από εκείνο το τρίποντο του (ακατανόμαστου) Ρέι Άλεν, μάζεψε τα κομμάτια της και στους τελικούς του 2014 χορογράφησε το μπάσκετ απέναντι στον Λεμπρόν, τον Γουέιντ, τον Μπος και τους υπόλοιπους. Υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που δεν ξέρω για εκείνη τη σεζόν που τελείωσε με το 0.5 basketball του Γκρεγκ Πόποβιτς.

Επιστροφή στο 2026.

Ο Ιούνιος είναι παραδοσιακά ο μήνας της αποφόρτισης. Οι τελικοί πράγματι ανεβάζουν στα κόκκινα το θερμόμετρο εντός των τειχών, αλλά μετά από οκτώ αδυσώπητους μήνες Ευρωλίγκας και χωρίς άμεση εμπλοκή με τη GBL, μπορεί κανείς να αφήσει τον εαυτό του να χαλαρώσει. Φέτος έκλεισα όσους λογαριασμούς μπορούσα στα social, απεγκατέστησα τα apps από το κινητό, όχι άλλος θόρυβος.

Με τους Σπερς κόλλησα ξανά (αναγκαστικά) από τη στιγμή που προκρίθηκαν στους τελικούς της Δύσης, ήθελα να δω αυτά τα επεισόδια μιας ομάδας που είχε ήδη υπερβεί τις προσδοκίες, τις δικές της και όλου του υπόλοιπου κόσμου. Ο Γουέμπι, ο Καστλ, ο Χάρπερ, τρεις 20άρηδες μπαίνουν στο μπαρ των τελικών του ΝΒΑ, έμοιαζε με ανέκδοτο. Είδα τα πέντε από τα επτά ματς, όλα μαγνητοσκόπηση και γνωρίζοντας το σκορ, έπιασα τον εαυτό μου να αγωνιά ακόμα κι έτσι – τι περίεργο.

Μετά ήρθαν οι τελικοί με τους Νικς. Χαμηλές προσδοκίες, οι Σπερς κουρασμένοι από την τιτανομαχία επτά αγώνων, οι Νικς χαλαροί με ραχάτι είκοσι ημερών, πιο έμπειροι, πιο έτοιμοι. Κι έτσι 2-0 μπροστά η Νέα Υόρκη, το τακτοποίησα εύκολα μέσα μου, το ήξερα, πρώτα θα γρατζουνιστείς, μετά θα κερδίσεις. Τσαντίλα βέβαια, μπροστά ήμασταν και στο πρώτο και στο δεύτερο ματς, αλλά δεν το κρατήσαμε. Πως είπα; Κρατήσαμε; Άκου να δεις, παρείσφρησε στο στόμα – και στο μυαλό – το πρώτο πληθυντικό.

Και ήρθε εκείνο το αναθεματισμένο απομεσήμερο της Πέμπτης να μου διαλύσει τον Ιούνιο. Παράσταση στο πρώτο ημίχρονο, οι Σπερς έχουν βάλει τις κάλτσες τους, 79 πόντους στο ημίχρονο. Ξεκίνημα δεύτερου, η διαφορά πηγαίνει στους 29 και για λίγη ώρα συντηρείται κοντά στους 24. Αλλά δεν γίνεται να χαλαρώσεις, πρώτον γιατί η ευστοχία είναι οριακά αφύσικη, δεύτερον γιατί ξέρεις πως οι Νικς το έχουν ξανακάνει φέτος (Καβς, Game 1 ECF), τρίτον γιατί είναι το Γκάρντεν, αν υπάρχουν κάποια μέρη που στοιχειοθετούν το πλεονέκτημα της έδρας, αυτό είναι εκεί πάνω, στην κορυφή.

Μία ώρα μαρτύριο, τσούκου-τσούκου η διαφορά να μειώνεται, πρώτα κάτω από τους είκοσι, μετά κάτω από τους δέκα, μετά χιονοστιβάδα στην κατηφόρα και οι Σπερς ψάχνουν 3-4 σουτ, σαν κλαδιά να κρατηθούν. Ο Γουέμπι χάνει δύο βολές, ο ίδιος που έκανε κορδελάκια στον Ρόμπινσον στο πρώτο ημίχρονο, του έλεγε «είμαι μέσα στο κεφάλι σου». Τι ειρωνεία, τώρα τι είναι στο δικό σου, εξωγήινε;

Ο Καστλ βάζει τις βολές, ο Μπράνσον αστοχεί, ο Ανουνόμπι με φόλλοου (ναι, έτσι γράφεται στα παλιά ορθόδοξα μπασκετικά, αν θέλετε putback και tip-in να πάτε αλλού) ΣΤΟ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ κερδίζει το ματς για τους Νικς. Και εγώ μένω να κοιτάω, ο 2.5 ετών Μάρκος έχει εμφανιστεί χαμογελώντας και μου λέει «μπάκετ».

Μπάκετ, δεν λες τίποτα. Τι το ήθελα κι εγώ, να γίνω ξανά φίλαθλος μετά από 13 χρόνια;