Ο Ντόρσεϊ και ο Φουρνιέ, ο Μιλουτίνοφ της μεγάλης κατάφασης, το βάθος που μέτρησε. Ο Χρήστος Καούρης ζυγίζει τα πράγματα που έστειλαν τον Ολυμπιακό στο φάιναλ φορ.

Η χρονιά του Τάιλερ Ντόρσεϊ

Μιλημένα-ξηγημένα: γύρω από τη γκρίνια για τις μεταγραφές και τον παίκτη που δεν ήρθε, τον Έβανς που χτύπησε ξανά και γιγάντωσε την ανασφάλεια, τους Μόρις και Τζόσεφ που ήρθαν εκτός φόρμας και λογικά, τον Γουόκαπ που δεν είναι πια ο άφθαρτος ρόμποκοπ, ο Τάιλερ Ντόρσεϊ έκανε την καλύτερη σεζόν της καριέρας του. Αδιανόητα σταθερός, σταδιακά πιο ανθεκτικός στα (λίγα) άσχημα ξεκινήματα, ικανός να διαβάσει καλύτερα την πίεση που οι περισσότεροι του ασκούσαν επενδύοντας στην αδυναμία απόφασης (θυμηθείτε τη Βαρκελώνη), πνευματικά σκληρότερος χωρίς να χάσει το ανάλαφρο κομμάτι του χαρακτήρα του που του επιτρέπει να είναι απρόσβλητος στο άγχος και την πίεση. Η σεζόν του ομογενή γκαρντ ήταν η απόλυτη σεζόν-επιστροφής από την αφάνεια στον προβολέα, μια ιστορία όχι και τόσο συνηθισμένη όταν μιλάμε για το πιο πάνω ράφι του πρωταθλητισμού.

Η μετακόμιση του Φουρνιέ στη δεύτερη πεντάδα

Ο Γιώργος Μπαρτζώκας και το επιτελείο του έδωσαν στο πείραμα της συνύπαρξης των Φουρνιέ και Ντόρσεϊ περίπου σχεδόν δύο μήνες, από τη στιγμή που ο Γάλλος επέστρεψε στη δράση από τραυματισμό, 24 Οκτώβρη στο Μόναχο ως τις 16 Δεκέμβρη και την εντός έδρας ήττα από τη Βαλένθια. Το σχήμα με τους τρεις σκόρερ (οι δύο και ο Βεζένκοφ) έβγαζε μάτι πως ήταν δυσλειτουργικό για μια σειρά από λόγους, με κυριότερο το γεγονός πως οι δύο περιφερειακoί σκόρερ έπαιζαν κατά κανόνα «σειρά μου/σειρά σου» στην επίθεση, ο Βεζένκοφ στο ίδιο διάστημα έγραψε τα χαμηλότερα νούμερα της σεζόν και την ίδια στιγμή η άμυνα ήταν αδύνατον να είναι το ίδιο αποτελεσματική με αυτό το προσωπικό στο παρκέ. Κάπως έτσι ο Γάλλος μετακόμισε στη δεύτερη πεντάδα, της έδωσε την κατεύθυνση που ο άχρωμος Νιλικίνα ήταν αδύνατον να κάνει, έπαιξε καλά το ρόλο του δημιουργού και την ίδια στιγμή δημιούργησε καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στα δύο σχήματα, με τον Παπανικολάου να ξεκινάει τα ματς (εκείνη την εποχή ήταν τραυματίας ο Γουορντ). Αυτό φυσικά δεν σήμαινε πως οι δύο τους, Ντόρσεϊ και Φουρνιέ δεν συνυπήρξαν πολλές φορές στα τελειώματα αγώνων, με ανάμεικτα αποτελέσματα. Όμως η δίκαιη, όσο και δύσκολη απόφαση της μετατόπισης ενός σταρ στη δεύτερη πεντάδα ήταν μία από τις κύριες αποφάσεις που άλλαξαν τη σεζόν των ερυθρόλευκων.

Οι μεταγραφές που έδιωξαν την ανασφάλεια

Με τον Νιλικίνα συχνά εκτός και τον Σέιμπεν Λι να παίζει μόνο όταν δεν υπήρχε άλλος τρόπος, το πρώτο τρίμηνο πέρασε με τον Ολυμπιακό να ζει στην ανασφάλεια γύρω από τη θέση του πόιντ γκαρντ και να ανησυχεί για την κατάχρηση του Τόμας Γουόκαπ. Οι δύο μεταγραφές των Μόντε Μόρις και Κόρι Τζόσεφ ήρθαν για να αλλάξουν την ατμόσφαιρα, ακόμα και αν αμφότεροι έκαναν καιρό μέχρι να βρουν τα πατήματά τους, περνώντας από τις συμπληγάδες των αναμενόμενων τραυματισμών που έχουν παίκτες της ηλικίας τους όταν μένουν αρκετό καιρό αδρανείς. Μπορεί για καιρό κανείς εκ των τριών εφεδρικών πόιντ γκαρντ να μην έπειθε ότι μπορούσε να κινήσει το καράβι από τη δεύτερη πεντάδα (ή να το έδειχναν σπάνια, π.χ Μόρις στο ντέρμπι), όμως η δουλειά έγινε περισσότερο ποσοτικά παρά ποιοτικά. Το ίδιο ίσχυε και στην περίπτωση των σέντερ, εκεί όπου ο Ταϊρίκ Τζόουνς έφερε ενθουσιασμό με την άφιξη του, πιθανότατα… τσίτωσε τον Ντόντα Χολ που ένιωσε να χάνει τη θέση του και συγχρόνως έδωσε χρόνο στον Μιλουτίνοφ να περάσει ένα μικρό, αναμενόμενο ντεφορμάρισμα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως πολύ συχνά ο Γιώργος Μπαρτζώκας έχει ευχαριστήσει τους ιδιοκτήτες για αυτές τις κινήσεις, οι οποίες έδωσαν στον Ολυμπιακό την πολυτέλεια του πιο μεγάλου ρόστερ στη διοργάνωση, βάθος που εν τέλει μέτρησε καθοριστικά στην κατάκτηση της πρώτης θέσης και την πρόκριση στο φάιναλ φορ.

Ο Μιλουτίνοφ απάντησε «ναι»

«Πληρώθηκε υπερβολικά ο Μιλουτίνοφ για να παραμείνει;»

«Θα καταφέρει να μείνει υγιής τη στιγμή που τις προηγούμενες σεζόν έμεινε για σημαντικό χρόνο στα πιτς;»

«Είναι έτοιμος να ανταποκριθεί στο ρόλο του αδιαμφισβήτητου πρώτου σέντερ;»

Τα παραπάνω ήταν τρία από τα απόλυτα λογικά ερωτήματα που συνόδευσαν την αυτονόητη επιλογή του Ολυμπιακού να ανανεώσει το συμβόλαιο του Νίκολα Μιλουτίνοφ λίγο πριν αυτός βάλει την υπογραφή του στο συμβόλαιο με την Αρμάνι Μιλάνο. Δέκα μήνες και μία παρουσία στην καλύτερη πεντάδα της Ευρωλίγκας μετά, ο Σέρβος έχει απαντήσει εμφατικά σε όλα τα παραπάνω. Ο Μιλού γέμισε τα κύτταρα του με αυτοπεποίθηση και σιγουριά με τη θέση του στην ιεραρχία και έβγαλε μια σεζόν ως υπόδειγμα σταθερότητας και αλτρουισμού. «Έχουμε τον καλύτερο σέντερ στην Ευρώπη και του δίνουμε δύο φορές τη μπάλα» είχε πει ο Σάσα Βεζένκοφ μετά από ένα ματς με τη Ρεάλ που ο ίδιος και ο Ντόρσεί είχαν μετατρέψει σε two man show. Ο ίδιος ο Σάσα όσο και οι υπόλοιποι ξέρουν πως έχουν στο ρόστερ έναν πραγματικό αλτρουιστή που όταν λέει πως δεν δίνει δεκάρα για τα στατιστικά του, το εννοεί, αρκεί να κερδίζει η ομάδα.

Η βελτίωση μέσα στη σεζόν

Μοιάζει απλό ή/και αυτονόητο, αλλά δεν είναι και τόσο. Ο Ολυμπιακός δεν ήταν επ΄ ουδενί τέλειος, ούτε είχε λυμένα όλα τα ερωτηματικά του όταν στάθηκε στη γραμμή της αφετηρίας. Καλούνταν να ζήσει για πρώτη φορά μετά από καιρό χωρίς τον Φαλ, να συνηθίσει τη ζωή χωρίς τον Παπανικολάου στην πρώτη πεντάδα, να ενσωματώσει ασυνήθιστα πολύ κόσμο (Χολ, Γουορντ, Νιλικίνα), να δει τι θα γίνει με τον Λι, να διαχειριστεί τον ντεφορμέ και τραυματία Φουρνιέ, να λύσει το αίνιγμα της σφίγγας για τη συνύπαρξη με τον Ντόρσεϊ. Μπορεί τα αποτελέσματα μιας σεζόν έξι μηνών να έχουν εμφανίσει μια ομάδα με ξεκάθαρους και αποδεκτούς από το προσωπικό ρόλους, αλλά αυτό δεν συνέβη μέσα σε μια βραδιά. Την ίδια στιγμή η βελτίωση, προσωπική και ομαδική, ήρθε ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας εμπιστοσύνης στην τεχνογνωσία που αποδεδειγμένα ο οργανισμός των ερυθρόλευκων διαθέτει.    

Ο MVP

Μετά τα Χριστούγεννα, αφότου ο Ολυμπιακός έλυσε τα βασικά δομικά του ζητήματα, ο Σάσα Βεζένκοφ δεν κοίταξε ποτέ ξανά πίσω. Αδιανόητα σταθερός στα πράγματα που ξέραμε πως κάνει καλά, βελτιωμένος στα σημεία σε άλλα (post up, εκμετάλλευση του mismatch). Τρίτη σερί σεζόν στην Ευρωλίγκα με 700+ πόντους, θα χρειαστεί 9 ριμπάουντ στο φάιναλ φορ για να γράψει και τρεις σερί χρονιές με 250+ ριμπάουντ. Χάρηκε τη στιγμή του MVP, αλλά το βλέμμα του είναι μόνο σε ένα πράγμα.