Από τις επιλογές παικτών ως τα πλέι-οφ με τη Βαλένθια. Γράφει ο Χρήστος Καούρης.

Δρυός πεσούσης, πας ανήρ ξυλεύεται και ο Έργκιν Άταμαν είναι αναμενόμενα το κεντρικό πρόσωπο της κριτικής μετά την αποτυχία του Παναθηναϊκού να προκριθεί στο φάιναλ φορ που θα διοργανωθεί σε λίγες μέρες στην έδρα του. Όσοι επισήμαναν από νωρίς τα κακώς κείμενα αισθάνονται συνεπείς, άλλοι δικαιωμένοι και το διατρανώνουν, κάποιοι έκαναν τα παγώνια και τώρα ανοίγουν τα φτερά τους και κρώζουν εντυπωσιακά. Καμία έκπληξη, ας δούμε παρακάτω 5+1 λόγους που συνέβαλλαν τον ευρωπαϊκό εκτροχιασμό του τριφυλλιού ένα βήμα πριν το ραντεβού της Αθήνας.

1)Καλοκαιρινός σχεδιασμός

Το πράγμα είχε φανεί από νωρίς. Η μεταγραφή του περιζήτητου Τι-Τζέι Σορτς χαιρετίστηκε με αναμενόμενο κύμα ενθουσιασμού, εντούτοις αρκετοί εξέφραζαν τη δυσπιστία τους, όχι τόσο για το αν θα τα κατάφερνε ο μικρόσωμος Αμερικανός σε αυτό το επίπεδο ανταγωνισμού, όσο για τη συμβατότητα του με τους άλλους δύο σταρ γκαρντ της ομάδας, τον Κέντρικ Ναν και τον Κώστα Σλούκα. Επιπλέον έδειξε να υποτιμάται παράλογα η έλλειψη αμυντικής ικανότητας στην περιφερειακή γραμμή, ίσως σε ένα βαθμό γιατί ο Τζέριαν Γκραντ έβγαλε το δεύτερο μισό της σεζόν παίζοντας με αποτελεσματικότητα Διαμαντίδη.

Αρχές Ιουλίου, η περίπτωση Βαλαντσιούνας. Άσχετα από το γεγονός ότι ο Λιθουανός δεν φόρεσε ποτέ την πράσινη φανέλα, η επιλογή ενός σέντερ-δυναμίτη μεν, με ασύμβατα δε χαρακτηριστικά με τον νεοφερμένο σταρ πόιντ γκαρντ και με φανερή αδυναμία στην pick n’ roll άμυνα προκαλούσε ερωτηματικά, ειδικά από τη στιγμή που ο Παναθηναϊκός είχε από πέρσι δείξει αμυντική αδυναμία στο point of attack, δηλαδή στον πρώτο παίκτη της περιφερειακής άμυνας.

Ο Νίκος Ρογκαβόπουλος ήταν η λογική επιλογή ενίσχυσης με ένα ελληνικό διαβατήριο και έναν εξελίξιμο σουτέρ, όμως αυτή του Ρισόν Χολμς αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος μια μικρή τραγωδία. Ο Αμερικανός χρυσοπληρώθηκε (2.5εκατ/σεζόν) και δεν δικαιολόγησε ούτε τα μισά από αυτά, με το κυριότερο πρόβλημα να μην είναι το αγωνιστικό, αλλά το πνευματικό/ψυχολογικό. Ο Χολμς είδε τη σεζόν του να διακόπτεται νωρίς με τον τραυματισμό, δεν τον βοήθησε το ότι επέστρεψε σε μια περίοδο που ήδη η πίεση είχε αρχίσει να αυξάνεται, αλλά σε κάθε περίπτωση έδειξε χαρακτηριστική αδυναμία να προσαρμοστεί σε συνθήκες πρωταθλητισμού. Συχνά έδειχνε ένας 30άρης που μόλις βγήκε από το κολέγιο, αφηρημένος αλλά και υπερβολικά συναισθηματικός στη δυσκολία, κάποιες εκλάμψεις αλλά από σταθερή άνοδο λίγα πράγματα. Εδώ το τμήμα σκάουτινγκ μάλλον απέτυχε στο σκανάρισμα του παίκτη στα εκτός αγωνιστικών χαρακτηριστικών, αφού ο Χολμς ήταν ένας ημιτελής, soft παίκτης με συνήθειες που δεν συνάδουν με ομάδες στις οποίες η ήττα περίπου απαγορεύεται. Την ίδια στιγμή προκρίθηκε ως καλύτερη λύση η παραμονή του Ομέρ Γιούρτσεβεν αντί του κάπως αντιτουριστικού, αλλά δεδομένα χρήσιμου αμυντικά Γκέιμπριελ.

2) Η περίπτωση Λεσόρ

Έχοντας επιλέξει να μην παραμείνει ο Γκέιμπριελ ή να αποκτηθεί τρίτος σέντερ, είναι λογικό να υποθέτει κανείς πως στον Παναθηναϊκό υπολόγιζαν την επιστροφή του Λεσόρ πολύ νωρίτερα από τον Μάρτιο που τελικά συνέβη, για την ακρίβεια στα τέλη Νοεμβρίου, διάστημα στο οποίο κρίθηκε πως απαιτείται και νέα επέμβαση (όπως και έγινε). Το αποτέλεσμα ήταν οι πράσινοι μετά τους τραυματισμούς των Χολμς, Γκέιμπριελ να μείνουν χωρίς σέντερ και να τρέχουν να υπογράψουν ένα κορμί για να γεμίσουν τη ρακέτα τους. Η έλευση του φοβερού και τρομερού τον πρώτο μήνα Φαρίντ μακιγιάρισε το πρόβλημα, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν έφυγε ποτέ, ακόμα και όταν ο Λεσόρ επέστρεψε. Ο Γιούρτσεβεν αποδεσμεύτηκε, ο Χολμς εκδιώχθηκε, ο Λεσόρ ήταν παράλογο να λογίζεται ως πρώτος σέντερ όντας ανέτοιμος, ο Φαρίντ έμοιαζε κάθε μήνα και πιο πολύ με παίκτη της ηλικίας του.

3) Όλα ήταν σχετικά

…ειδικά σε ό,τι αφορούσε τους νεοφερμένους, οι οποίοι πάσχιζαν να βρουν το ρόλο τους και να αντέξουν τη βαριά πράσινη φανέλα. Ο Σορτς ξεκίνησε ράθυμα, μετά τον πρώτο μήνα κάπως μάρσαρε, 15 με τη Βίρτους, 13 με τη Μακάμπι, άφαντος με τη Μονακό και τον Αστέρα, τρομερός σε μία εβδομάδα σε Παρίσι και Μαδρίτη. Στο Παλάθιο ειδικά είχε παίξει 33 λεπτά, 19 πόντοι, 6 ασίστ, ο περσινός πονοκέφαλος του Ταβάρες, να μην τον προλαβαίνει πουθενά. Τότε πολλοί υπέθεσαν ότι βρήκε το ρόλο του, απλώς για να διαψευστούν πανηγυρικά. Παρότι σκληρός και επαγγελματίας, ο Σορτς είχε μόνο στιγμές και όσο κυλούσε η σεζόν αντιμετωπιζόταν όλο και περισσότερο σαν ένας ανάποδος Καλαϊτζάκης, αυτός που ο Άταμαν σήκωνε για να του αλλάξει τον ρυθμό από την επίθεση, όπως ο Κρητικός γκαρντ/φόργουορντ συνήθιζε να κάνει από την άμυνα.

Ο Ρογκαβόπουλος έψαχνε με τη σειρά του την άκρη του νήματος υπό τον βαρύ ανταγωνισμό του Όσμαν. Και ο ίδιος πάντως δυσκολεύτηκε να πιάσει το νόημα, χανόταν μετά από καλές εμφανίσεις, δεν μπορούσε να βρει σταθερό ρόλο και λεπτά, έμοιαζε συνέχεια να πασχίζει και να παίζει με ένα ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι του. Την ίδια στιγμή ο Χολμς έμοιαζε σαν Pulp Fiction-ικό meme του Τζον Τραβόλτα προσπαθώντας να αμυνθεί με hedge out στο pick n roll, τα ίδια και χειρότερα ο Γιούρτσεβεν που ώρες ώρες έμοιαζε σαν τον Ομέρ, τον γκαφατζή της ζούγκλας και σύντομα έχασε ό,τι είχε απομείνει από την αυτοπεποίθησή του.

Συμπέρασμα: κανείς από τους νεοφερμένους δεν κατάφερε να ενσωματωθεί σε σταθερό, παραγωγικό βαθμό στο ρόστερ. Σε μια σεζόν 38 αγώνων αυτό αποδείχτηκε καθοριστικής σημασίας στο πόσο ευάλωτος κυκλοφορούσε όλη τη σεζόν ο Παναθηναϊκός, αφού το βάθος του πάγκου βαθμηδόν αποδεικνύονταν κενό γράμμα. Συν τοις άλλοις ο Μήτογλου συνέχιζε να ξεθωριάζει, ο Γκραντ ξεκίνησε τη σεζόν χωρίς πόδια και ο Χουάντσο σταθερά άστοχος από μακριά – ε, όταν ο Ναν χτύπησε δεν ήθελε και πολύ και οι οδυνηρές ήττες του Γενάρη κατέληξαν να στοιχειώνουν όλη τη σεζόν του Παναθηναϊκού.

4) Μια μόνιμη υστερία

Ήταν λες και από τη στιγμή που ανακοινώθηκε πως το φάιναλ φορ θα γινόταν στο Μαρούσι είχε προκαθοριστεί παράλληλα πως ο Παναθηναϊκός θα ήταν εκεί, de facto, τελεία και παύλα, η σεζόν θα πέρναγε απλώς για να ανακαλύψουμε οι υπόλοιποι το πώς. Η πίεση θα ήταν ούτως ή άλλως εκεί, κανείς δεν αμφιβάλλει, απλώς είναι κοινώς αποδεκτό πως δεν έγιναν και πολλές προσπάθειες όλη αυτή η πρεμούρα να καταλαγιάσει. Αυτός ήταν πιθανότατα ένας από τους λόγους που τον Ιανουάριο πατήθηκε χωρίς πολλά πολλά το κουμπί του πανικού μετά την ήττα από τον Ολυμπιακό, ακολούθησαν προεδρικές επισκέψεις και κατσάδα, η εμφατική στήριξη του κόσμου πριν το ματς με την Αρμάνι, η έκρηξη του Αταμάν απέναντι στους αόρατους εχθρούς των social media, η ήττα από τον Άρη και τα «παραιτηθείτε».  Όχι πως δεν υπήρχαν λόγοι προβληματισμού – και με το παραπάνω, αφού ο Παναθηναϊκός χωρίς τον Ναν έμοιαζε ώρες – ώρες καρυδότσουφλο στον ωκεανό – αλλά καλός βαθμός στη διαχείριση κρίσεων δεν μπήκε.

5) Μοτίβα, αυτή η άγνωστη λέξη

«Όποιος βάζει δύο σουτ παίζει, όποιος τα χάνει βγαίνει». Κάπως έτσι περιέγραψε σταρ του Παναθηναϊκού την αγωνιστική φιλοσοφία του Έργκιν Άταμαν, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Αυτό φυσικά δεν ίσχυε για τους σταρ (Ναν, Όσμαν, Σλούκας), αλλά για τους υπόλοιπους ήταν σαν αόρατος κανόνας. Ήταν αφύσικο να το βλέπει κανείς πως ο Παναθηναϊκός, τρίτη σεζόν με τον ίδιο προπονητή και με τον ίδιο κορμό παικτών αδυνατούσε να χτίσει συνήθειες και μοτίβα, πεντάδες και σχήματα, βασική αγωνιστική φιλοσοφία και κατά τόπους παραλλαγές. Φυσικά η έλλειψη προπονήσεων δεν το έκανε εύκολο για να κανένα, όχι μόνο για τους πράσινους, αλλά αυτό είναι μια δικαιολογία που επαρκεί ως ένα σημείο. Ο Παναθηναϊκός ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς με ποιο τρόπο ήθελε να κερδίζει, λες και έπρεπε κάθε φορά η συνταγή να είναι διαφορετική. Την ίδια στιγμή η βραδινή αναφορά ήταν εκεί, το ίδιο άτσαλη όπως πάντα, από τον Χουάντσο και τον Μήτογλου, στους διαιτητές, στον Χολμς, σε όποιον έπιανε στο στόμα του ο κόουτς.

6) Βαλένθια, μια ιστορική χαμένη ευκαιρία

Η έλλειψη ψυχραιμίας κατέκλυσε σαν ιός το πράσινο στρατόπεδο από άκρη σε άκρη μετά το τρομερό buzzer beater του Χέιζ-Ντέιβις στο δεύτερο παιχνίδι των πλέι-οφ με τη Βαλένθια, στη Ροτς Αρένα. Όλα στο κόκκινο μετά, αντεγκλήσεις και βίντεο βροχή, ποιος χειρονόμησε πρώτος και ποιος δεύτερος, ποιος προκάλεσε και ποιος προκλήθηκε. Τιμωρία η Ευρωλίγκα στον ιδιοκτήτη, ο Άταμαν να σχολιάζει στη συνέντευξη τύπου, το γήπεδο γεμάτο φωτογραφίες μετά, η ομάδα στο παρκέ μπλαζέ και ανέτοιμη, όλα λάθος για μια ομάδα που κανένα λόγο δεν είχε να μπει σε αυτή τη διαδικασία. Επτά αστέρια, ειδικό βάρος, ιστορία, κληρονομιά, εμπειρία από τη μία, 2-0 μπροστά, έλεγχος της σειράς και ένα ματς-μπολ ακόμα, σκουπίζεις πρώτα σαν νοικοκύρης και μετά, αν τα νιώθεις ακόμα, τα λες όλα μαζεμένα.

Και άντε, πες ότι από τη γλυκιά μέθη της νίκης δεν γλίτωσε κανείς και το τρίτο ματς ξέφυγε, στο τέταρτο ποια είναι η δικαιολογία; Πως ακριβώς μπορεί να υποφέρει κανείς από τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα, να βλέπει τον σούπερ σταρ του να ταλαιπωρείται σε επίθεση και άμυνα χωρίς να μπορεί να βρει λύση, την ομάδα να παρασύρεται σε επιμέρους hero-ball και την πειθαρχία της Ισπανίας να έχει μείνει εκεί, ξεχασμένη σε κάποιο ντουλάπι; Η δικαιολογία της διαιτησίας βγήκε από το συρτάρι, αλλά δεν αρκούσε ούτε κατά διάνοια για να κρύψει τη μεγάλη εικόνα. Στο Game 5 ο Παναθηναϊκός είχε πια σκορπίσει αγωνιστικά.