Υπάρχουν γήπεδα που είναι απλώς τέσσερις εξέδρες και λίγο τσιμέντο. Και υπάρχουν γήπεδα που κουβαλούν μνήμες, γενιές, στιγμές που ξεπερνούν το ίδιο το ποδόσφαιρο. Η Λεωφόρος ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Για τον Παναθηναϊκό, το “Απόστολος Νικολαΐδης” δεν ήταν ποτέ απλώς η έδρα του. Ήταν το σημείο αναφοράς της ιστορίας του. Εκεί μεγάλωσαν ολόκληρες γενιές φιλάθλων, εκεί γράφτηκαν θρίαμβοι, πίκρες, ευρωπαϊκές βραδιές, τίτλοι και στιγμές που έδεσαν τον σύλλογο με τον κόσμο του όσο λίγα γήπεδα στην Ελλάδα.
Και γι’ αυτό ακριβώς το τελευταίο παιχνίδι της χρονιάς απέναντι στον ΠΑΟΚ δεν είναι “ένα ακόμη ματς”. Είναι ένας ιστορικός αποχαιρετισμός. Μια βραδιά με ισχυρό συμβολισμό για χιλιάδες ανθρώπους που ήθελαν να πουν το δικό τους “αντίο” στη Λεωφόρο, όπως την έζησαν και την αγάπησαν τόσα χρόνια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της ΔΕΑΒ για τιμωρία κεκλεισμένων των θυρών μοιάζει υπέρμετρα αυστηρή και κυρίως αποκομμένη από τη σημασία της στιγμής. Προφανώς και οι κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται. Προφανώς και η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει την τάξη και την ασφάλεια στα γήπεδα. Όμως η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο η τυπική εφαρμογή ενός κανονισμού· είναι και η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τις συνθήκες, τη βαρύτητα και τον συμβολισμό κάθε περίπτωσης.
Η Λεωφόρος δεν κλείνει έναν κύκλο οποιαδήποτε μέρα και απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο. Μιλάμε για ένα ιστορικό γήπεδο του ελληνικού ποδοσφαίρου, για μια τελευταία παράσταση που θα έπρεπε να έχει κόσμο, φωνή, συναίσθημα. Η εικόνα ενός άδειου γηπέδου σε μια τόσο ιδιαίτερη βραδιά δεν τιμωρεί μόνο την ομάδα. Ακυρώνει τη δυνατότητα μιας ολόκληρης ποδοσφαιρικής κοινότητας να ζήσει μια στιγμή ιστορικής σημασίας.
Θα μπορούσαν να εξεταστούν εναλλακτικές. Μια πιο ήπια ποινή. Αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Περιορισμοί. Οτιδήποτε άλλο πέρα από το απόλυτο “λουκέτο” σε μια βραδιά που δεν πρόκειται να επαναληφθεί ποτέ.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ποδόσφαιρο χωρίς κόσμο χάνει την ψυχή του. Και ένα ιστορικό γήπεδο όπως η Λεωφόρος δεν αξίζει να αποχαιρετηθεί μέσα στη σιωπή.