Το ξεκίνημα της σεζόν δεν ήταν χωρίς αναταράξεις. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος Ελλάδας, ειδικά με τον τρόπο που ήρθε, μετρίασε κάπως την απογοήτευση από άλλο ένα χαμένο φάιναλ φορ, αλλά μόνο κάπως. Βλέπετε στο Άμπου Ντάμπι ο Ολυμπιακός είχε πάει ως φαβορί, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, κι από το Κάουνας ακόμα. Το καλοκαίρι πέρασε χωρίς κρότο στις μεταγραφικές κινήσεις και η αίσθηση που προέκυπτε από το κοινό ήταν περισσότερο μιας συγκρατημένης απογοήτευσης που περίμενε να εκφραστεί. Περιμένοντας τον Έβανς ως σωτήρα, ο Λι κυκλοφορούσε ως πονοκέφαλος και ο Νιλικίνα δεν ήταν κάτι παραπάνω από προσωρινό παυσίπονο. Πριν ακόμα προσαρμοστεί, ο Χολ ήταν αμυντική τρύπα, μέτριος και ανεπαρκής.
Ο Γιώργος Μπαρτζώκας είχε εκτός των άλλων να λύσει το αίνιγμα της μετάβασης στη μετά-Φαλ, αλλά και τη μετά-Παπανικολάου εποχή. Ο ένας υποβιβάστηκε στο βάθος του πάγκου μετά το δαπανηρό σε δυνάμεις καλοκαίρι με την Εθνική, ο άλλος είχε να τραβήξει την ανηφόρα ενός τραυματισμού από αυτούς που δυνητικά τελειώνουν καριέρες. Πολύς νέος κόσμος, μηδέν προετοιμασία, ένας κάθαρός γκαρντ να έχει απομείνει (Γουόκαπ), λίγοι συνδετικοί κρίκοι.
Ακριβώς όπως και την προηγούμενη σεζόν, το ράθυμο ξεκίνημα του Εβάν Φουρνιέ με τις μέτριες εμφανίσεις και τον τραυματισμό έδωσε αυτή τη φορά την ευκαιρία στον Τάιλερ Ντόρσεϊ να συνεχίσει από εκεί που είχε σταματήσει στα γήπεδα της Κύπρου και της Λετονίας. Η επιστροφή του Γάλλου έβαλε τον Μπαρτζώκα σε μια προσπάθεια να τους χωρέσει και τους δύο, μαζί με τον Βεζένκοφ, στο αρχικό και το τελευταίο σχήμα. Άδικος κόπος. Το πλάνο εγκαταλείφθηκε μετά από 1.5 μήνα, μετά από 5 ήττες σε 9 παιχνίδια και τρεις συνεχόμενες από τον Αστέρα, τη Μπάρσα και τη Βαλένθια. Ο Φουρνιέ πήγε στη δεύτερη πεντάδα και τη ζωντάνεψε, ο Βεζένκοφ έγινε και πάλι σημαντικός, τα κομμάτια μπήκαν καλύτερα στη θέση τους.
Με αφετηρία το μεγάλο διπλό της 2ης Γενάρη στο Telekom Center επί του Παναθηναϊκού αλλά και το παραγέμισμα του πάγκου με τρεις(!) παίκτες (Μόρις, Τζόουνς, Τζόσεφ), οι ερυθρόλευκοι ξεκίνησαν να θυμίζουν τον παραδοσιακό, συμπαγή εαυτό τους, αν και όχι χωρίς κάποιες διαφοροποιήσεις. Η σημαντικότερη εξ αυτών ήταν η φανερή συνθηκολόγηση του Γιώργου Μπαρτζώκα στο φετινό αδυσώπητο καλεντάρι.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ολυμπιακός φέτος ξώκειλε από το Bartzokas-Ball, με όχι πάντα ευτυχή αποτελέσματα. Έχασε στο Ντουμπάι, στο Κάουνας και στη Βαλένθια παίζοντας κατά βάση Fournier-Ball, έδωσε την άδεια στον Ντόρσεϊ να ντριμπλάρει δέκα φορές παραπάνω από όσες προβλέπει το σύστημα, έστειλε τον Γουόκαπ στο πλάι. Ήταν πιθανότατα η παραδοχή του κόουτς πως, δεδομένων των συνθηκών, δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να παραδώσει ένα κομμάτι του παιχνιδιού στους παίκτες, ειδικά από τη στιγμή που κανείς από τους τέσσερις πόιντ γκαρντ της ομάδας δεν είχε το επιθετικό κάθετο παιχνίδι.
Παράγοντας δεύτερος, η εμπιστοσύνη. Ναι, ο Χολ δεν ήρθε ως ο τακτικά επαρκέστερος ψηλός της Ευρωλίγκας. Ο Νιλικίνα ήταν περιστασιακός στη διαθεσιμότητα του και εκ του ασφαλούς στο παιχνίδι του. Ο Μόρις ήρθε σκουριασμένος και πάνω που έπαιξε λίγο μπήκε στα πιτς, στα οποία μπαινοβγαίνει ακόμη. Ο Τζόσεφ ήρθε βαρύς και δυσκίνητος. Ο Μακίσικ πέρασε το πρώτο τρίμηνο τραυματίας, ο Φουρνιέ έψαχνε να βρει τον εαυτό του ως τα Χριστούγεννα και σούταρε τα τρίποντα δοκάρι.
Σε όλους αυτούς ο Μπαρτζώκας έδειξε υπομονή και προσπάθησε σταθερά να πάρει ό,τι περισσότερο μπορούσε χωρίς να «κάψει» κανένα. Κάπως έτσι ο Χολ, παρά την απόκτηση του Τζόουνς είναι ό,τι κοντινότερο σε plug n’ play παίκτη στη διοργάνωση, τον βάζεις και παίζει, τόσο-όσο. Με τον ίδιο τρόπο ο Μακίσικ και ο Φουρνιέ βρήκαν περπατησιά και έγιναν κατά τόπους σημαντικοί, ο Μόρις τελείωσε το ντέρμπι στο Μαρούσι στις αρχές Γενάρη και ο Τζόσεφ βρήκε ρόλο, κανονικό και όχι τρίλεπτα στη δεύτερη περίοδο, Απρίλη μήνα στη Σόφια απέναντι στη Χάποελ. Ο ίδιος, θυμίζω, Τζόσεφ που είχε γίνει παιχνιδάκι στα χέρια του Φρανσίσκο στο Κάουνας. Ο τελευταίος της λίστας είναι ο πιο παλιός: η επιστροφή του Μους Φαλ ήρθε και κούμπωσε την περίοδο που έμεινε εκτός ο Τζόουνς, αλλά δεν είναι και σίγουρο πως άλλος προπονητής θα έκανε την ίδια επιλογή στο τελευταίο κομμάτι της κανονικής περιόδου, δίνοντας την ευκαιρία σε ένα κορμί 2.20 να πατήσει παρκέ για πρώτη φορά στη σεζόν την άνοιξη. Λίγη προπόνηση, πολλή προσοχή στη λεπτομέρεια, αργή αλλά ευκρινής πρόοδος.
Κάπως έτσι ο προπονητής του Ολυμπιακού αξιοποίησε στα όρια του μέγιστου το απίθανο βάθος με τον οποίο τον προίκισε η διοίκηση φέτος. Εκεί που οι υπόλοιποι έβλεπαν την αδυναμία, ο Μπαρτζώκας κρατούσε την ικανότητα, ένα ποτήρι μισογεμάτο που κάποια στιγμή θα του φαινόταν χρήσιμο. Το αποκορύφωμα ήταν τις προάλλες στη Σόφια, τρεις σέντερ στο πρώτο ημίχρονο, τρεις στο δεύτερο, αυτό που λες «δεν γίνεται να δουλέψει» και το βλέπεις στην πράξη να λειτουργεί.
Παράγοντας τρίτος, ειπώθηκε ήδη, η επένδυση της διοίκησης. Χωρίς αυτή δεν θα σβήνονταν οι εαρινές μουτζούρες (Λι), ούτε θα καλύπτονταν τα ρίσκα που δεν προέκυψαν (Έβανς). Δεκαέξι συμβόλαια στην Ευρωλίγκα +1 να γράφει 27άρες στη Basket League και να βάζει ένταση στις προπονήσεις (Νετζήπογλου), ο πιο ακριβός λογαριασμός της 15ετίας. Τσάρτερ παντού, μέχρι και για την Καρδίτσα την εποχή των μπλόκων.
Ό,τι συνέβη ως εδώ, το είπε μετά τη Ρεάλ ο Βεζένκοφ, είναι απλά η πρώτη φάση, η προηγούμενη απόδοση που δεν εγγυάται την μελλοντική. Αλλά δεν είναι και για να αγνοείται, ούτε για να λαμβάνεται ως δεδομένο. Με τα νεύρα που φέτος έχουν χτυπήσει κόκκινο, τις ιδέες και τις εμμονές του, τις προσαρμογές και τις ακαμψίες του, ο Γιώργος Μπαρτζώκας και ο Ολυμπιακός χτυπούν για άλλη μια χρονιά το ρόπτρο του πεπρωμένου τους.