Ο Παναθηναϊκός ξεθύμανε σαν ανοιγμένο αναψυκτικό στην τέταρτη περίοδο και έβαλε τον εαυτό του σε δύσκολη θέση, με το κλειστό rotation του Έργκιν Άταμαν να γυρνά μπούμερανγκ. Γράφει ο Χρήστος Καούρης.

«Χωρίς δικαιολογίες» ήταν ο τίτλος του κειμένου που προλόγισε χθες τον αγώνα, «δεν υπάρχουν δικαιολογίες» επαναλάμβανε ξανά και ξανά ο Τζέριαν Γκραντ μετά την οδυνηρή ήττα του Παναθηναϊκού στο Μόναχο που τον έβαλε σε μπελάδες. Στο ίδιο κείμενο σημειωνόταν το επίσης προφανές, πως οι επιστροφές της Μπάγερν (που αποδείχτηκαν δύο, Λούτσιτς και Γιόβιτς) θα της έδιναν περισσότερο βάθος, πράγμα που εν τέλει αποδείχτηκε κομβικής σημασίας στη μονομαχία του SAP Garden.

Ο Παναθηναϊκός ήταν σοβαρός μετά την πρώτη περίοδο, δέχτηκε 34 πόντους σε 20 λεπτά, διαχειρίστηκε το παιχνίδι αλλά δεν κατάφερε να παγιώσει διαφορές 6-7 πόντων που πήρε σε διάφορα σημεία του αγώνα, με τελευταία στο 30΄ (64-58). Το πρόβλημα ήταν ότι η απόδοση του φανερά έφθινε στην τέταρτη περίοδο, τόσο που ήταν φανερό στο μάτι πως απέναντι στην άμυνα αλλαγών της Μπάγερν κάθε καλάθι ερχόταν με πολύ κόπο. Φυσικά δεν βοήθησαν τα 0/7 τρίποντα στην τελευταία περίοδο, ειδικά όταν στην απέναντι πλευρά Τζέσαπ και Ομπστ έβαλαν τα δικά τους.

Η επιλογή του Έργκιν Άταμαν να πάει σε πολύ κλειστό rotation με τέσσερις παίκτες να αγωνίζονται πάνω από 30 λεπτά (Όσμαν, Γκραντ, Χολμς, Ερνανγκόμεθ) εν τέλει φάνηκε να γυρνά μπούμερανγκ, καθώς ο Παναθηναϊκός δεν κατάφερε σε κανένα σημείο στο δεύτερο ημίχρονο να τρέξει, φυλακίστηκε στο μισό γήπεδο και εκεί το ματς κρίθηκε στα σουτ και στην ενέργεια. Είναι χαρακτηριστικό πως στην τέταρτη περίοδο οι πράσινοι θεωρητικά είχαν τεράστιο προβάδισμα μεγέθους με τους Γκραντ/Όσμαν/Χουάντσο/Χολμς, όμως πήραν μόλις δύο επιθετικά ριμπάουντ στην τέταρτη περίοδο (αμφότερα ο Χολμς) και κανένα στα τελευταία 4:22 του αγώνα.

Την ίδια στιγμή η Μπάγερν βαθμιαία εξάντλησε τα τελευταία αποθέματα ενέργειας του Παναθηναϊκού με διαφορετικούς τρόπους στην επίθεση: offball δράσεις για τους Τζέσαπ και Ομπστ, αδυσώπητο σημάδι στους Σλούκα – Σορτς με τους Ντιμιτρίγεβιτς και Ράταν-Μέις, post-up του Γιόβιτς για δημιουργία από χαμηλά, αξιοποίηση του φρέσκου Γκέιμπριελ στον φινάλε (6π, 2ας στην τελευταία περίοδο). Σημειωτέον, κανείς από τους γηπεδούχους δεν έπαιξε πάνω από 28 λεπτά.O Ομπστ που τα έβαλε μαζεμένα στο φινάλε είχε παίξει 18 λεπτά όταν μπήκε στο ματς στην τέταρτη περίοδο, 6:30 για το φινάλε και κινήθηκε με άνεση μέσα από τον λαβύρινθο των σκριν – όχι τυχαία.

Ο Άταμαν συνέχισε με τον δικό του τρόπο, αρνούμενος να προσαρμοστεί σε μια συνθήκη που φανερά είχε αρνητικό ισοζύγιο. Δεν τόλμησε με τον Καλαϊτζάκη για να ασκήσει πίεση και σε ένα βαθμό να απαλλάξει τον Σλούκα από το κυνήγι του αντίπαλου πόιντ γκαρντ, σε ένα σχήμα που θα κόστιζε έναν εκ των Χουάντσο/Όσμαν (πιθανότατα τον Ισπανό), αλλά θα έδινε αμυντική ικανότητα και ένεση ενέργειας που ο Παναθηναϊκός φαινόταν ότι χρειαζόταν απελπισμένα.

Μια παρένθεση εδώ. Το πότε θα αντιμετωπίσει κανείς μια ομάδα και σε ποιο σημείο θα την πετύχει, από άποψης φόρμας και/ή τραυματισμών είναι μια συγκυρία που παίζει ρόλο. Άλλη Μπάρσα του Τσάβι και άλλη του Πενιαρόγια, άλλη η έστω υποφερτή Παρτίζαν του Νοέμβρη και άλλη το τωρινό εμφυλιακό συνονθύλευμα. Έτσι ο Παναθηναϊκός βρήκε τη Μπάγερν σε φανερά σε ανοδική πορεία: έρχονταν από δύο εντός έδρας νίκες και ένα καλό ημίχρονο στο Φάληρο με τον Ολυμπιακό, είχαν επιστροφές, φανερά το πίστευαν. Ο Παναθηναϊκός αντίστοιχα είχε να αντιπαρέλθει, εκτός από τα ψυχολογικά που δεν σβήστηκαν επειδή κέρδισε τη Βίρτους, την τεράστια απουσία του Ναν και την αναποδιά με τον Ρογκαβόπουλο. Κλείνει η παρένθεση.

Το πρόβλημα δεν ήταν προφανώς ότι τελείωσαν το ματς αυτοί που το τελείωσαν, αλλά πως οι περισσότεροι παγκίτες κρίθηκαν ανίκανοι/ανήμποροι να βοηθήσουν έστω σε συμπληρωματικούς ρόλους. Ο πολύ θετικός Σαμοντούροφ δεν πάτησε στο δεύτερο ημίχρονο, ο Γκριγκόνις πήρε μια ευκαιρία που προσώρας δεν δικαιούται και ο Τολιόπουλος δεν χρησιμοποιήθηκε έστω σε κάποιο «ακίνδυνο» σημείο του αγώνα προκειμένου να δώσει φρεσκάδα στους βασικούς για την τελική ευθεία, αντιθέτως ο κόουτς σκαρφίστηκε ένα περίεργο Σορτς/Σλούκας/Γκριγκόνις που διασώθηκε από τα δύο τρίποντα του Σαμοντούροφ. Σύμφωνοι, «αυτός που δεν παίζει είναι πάντα ο καλύτερος», εντούτοις δεν φαίνεται να υπάρχει πειστική απάντηση στο γιατί ο Πάνος Καλαϊτζάκης δεν ανέλαβε να τραμπουκίσει (μπασκετικά προφανώς) τον –κατηγορία φτερού και ελλιπή χειριστή – Νένο Ντιμιτρίγεβιτς με άμυνα στα 4/4 του παρκέ.

Τελευταία αναφορά, ειδικά στον Τι-Τζεϊ Σορτς. Πάνε τρεις εβδομάδες από το βράδυ που ο κοντός έκανε φύλλο και φτερό την άμυνα της Ζάλγκιρις στο Κάουνας (15 πόντοι, 10 ασίστ). Στα επόμενα τέσσερα παιχνίδια μετράει σύνολο 16 πόντους με 7/18 δίποντα, 0/4 τρίποντα, 10 ασίστ, 6 λάθη, 5 PIR, πράγμα που σημαίνει πως τόσο ο ίδιος όσο και το τεχνικό επιτελείο απέτυχαν παταγωδώς να χρησιμοποιήσουν το μομέντουμ της Λιθουανίας προκειμένου να γίνει ο Αμερικανός κοντορεβιθούλης στοιχειωδώς χρήσιμος για την ομάδα του και όχι ένας ανασφαλής, μπερδεμένος πόιντ γκαρντ τον οποίο οι αντίπαλοι παρακολουθούν να σουτάρει airball αφού του δώσουν ένα μέτρο αβάτζο.

Εδώ πια υπάρχει ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.

Χρειάζεται ο Παναθηναϊκός τον καλό Σορτς για να πετύχει τον στόχο του, δηλαδή να κερδίσει την Ευρωλίγκα; Αν όχι, τότε είναι προτιμότερο να ανέβει πάνω από αυτόν στην ιεραρχία ένας αμυντικογενής παίκτης τύπου Καλαϊτζάκη ο οποίος δεν θα κυκλοφορεί στο παρκέ με ένα ερωτηματικό πάνω από το κεφάλι το και με συνεχόμενη διαρροή αυτοπεποίθησης. Αν η απάντηση είναι ναι, τότε ο Παναθηναϊκός θα πρέπει να βρει τρόπο να παίξει και όπως εξυπηρετεί τον Σορτς, στην ανάγκη αντιγράφοντας αυτούσια κάποια από τα plays με τα οποία έκανε θραύση στην Παρί. Ειδάλλως θα τον παρακολουθούμε την υπόλοιπη σεζόν να παίζει στο μισό γήπεδο, να παίρνει pick n roll στο ύψος του τρίποντου, να μην έχει χώρο να εκμεταλλευτεί την ταχύτητά του και να παλεύει να σκοράρει με ουράνια τόξα πάνω από απλωμένα χέρια.