Η Παρί Σεν Ζερμέν αποφάσισε να αλλάξει πολιτική στις μεταγραφές και αγωνιστική φιλοσοφία και τα αποτελέσματα τη δικαίωσαν.

Όλα ξεκίνησαν όταν η διοίκηση της γαλλικής ομάδας διαπίστωσε με οδυνηρό τρόπο, πως τα χρήματα που είχε ξοδέψει όλα τα προηγούμενα χρόνια, για την απόκτηση αστέρων του ποδοσφαίρου, δεν μπορούσαν να την οδηγήσουν στην κορυφή της Ευρώπης. Με την πρόσληψη του Λουίς Ενρίκε στην τεχνική ηγεσία το 2023, οι Παριζιάνοι αποφάσισαν να αλλάξουν τη φιλοσοφία τους, τόσο στη στελέχωση του ρόστερ, όσο και στον τρόπο λειτουργίας της ομάδας εντός αγωνιστικού χώρου.

Οι Παριζιάνοι δε θα στηρίζονταν αποκλειστικά στα κέφια μεγάλων αστέρων του ποδοσφαίρου, για τους οποίους έπρεπε να παίζει η υπόλοιπη ομάδα, αλλά αποφάσισαν να γίνουν πρώτα από όλα ομάδα. Ο Ισπανός τεχνικός πέρασε τη δική του φιλοσοφία και αποφάσισε να αποκτηθούν παίκτες, οι οποίοι θα υπηρετούσαν το πλάνο του στον αγωνιστικό χώρο. Οι Γάλλοι ξόδεψαν και φέτος αρκετά εκατομμύρια για την ενίσχυση του ρόστερ. Η διαφορά είναι πως οι φετινές μεταγραφές είχαν ξεκάθαρο στόχο.

Η γαλλική ομάδα ξόδεψε αυτή τη σεζόν 239,9 εκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυσή της, με ακριβότερη μεταγραφή αυτή του Κβίτσα Κβαρατσχέλια, ο οποίος κόστισε 70 εκατομμύρια ευρώ, όταν αποκτήθηκε τον Ιανουάριο από τη Νάπολι. Δεύτερος στη σχετική λίστα ήταν ο Ζοάο Νέβες, ο οποίος αποκτήθηκε από την Μπενφίκα έναντι 59,9 εκατομμυρίων ευρώ. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής του τελικού στο Μόναχο, Ντεσιρέ Ντουέ αποκτήθηκε από τη Ρεν έναντι 50 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ ο βασικός κεντρικός αμυντικός Γουίλιαν Πάτσο κόστισε 40 εκατομμύρια ευρώ, όταν αποκτήθηκε από την Άιντραχτ Φρανκφούρτης. Όλοι οι παραπάνω είναι παίκτες, οι οποίοι αγωνίστηκαν βασικοί στον τελικό κόντρα στην Ίντερ.

Την τελευταία πενταετία η Παρί Σεν Ζερμέν έχει ξοδέψει 580 εκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυσή της. Την τελευταία δεκαετία, ο ισολογισμός των αγορών και πωλήσεων της γαλλικής ομάδας είναι στο -1,01 δισεκατομμύρια ευρώ. Ενδεικτικό του πόσο είχε προσπαθήσει η διοίκηση τα προηγούμενα χρόνια, να οδηγήσει την ομάδα στην κορυφή της Ευρώπης.

Ο Λουίς Ενρίκε ήξερε από την αρχή, πως για να καταφέρει να οδηγήσει του Παριζιάνους στην κορυφή της Ευρώπης έπρεπε να τους μετατρέψει από μια ομάδα αστέρων, σε μια ομάδα που θα είχε πλάνο στον αγωνιστικό χώρο. Αυτή η αλλαγή στη φιλοσοφία της Παρί Σεν Ζερμέν δεν ήταν εύκολη και αυτό φάνηκε στο πρώτο μισό της φετινής σεζόν. Η γαλλική ομάδα χρειάστηκε τα μπαράζ για να περάσει στις νοκ άουτ φάσεις του Champions League.

Όμως στο τέλος της σεζόν, τα αποτελέσματα δικαίωσαν τον 55χρονο τεχνικό. Η Παρί Σεν Ζερμέν τελείωσε το Champions League με 38 γκολ και στη δεύτερη θέση της σχετικής λίστας. Οι Γάλλοι είχαν 59,5% κατοχή μπάλας στη φετινή διοργάνωσης (τρίτη θέση) και 89% στις πάσες (τρίτη θέση). Το «κλειδί» για την κυριαρχία των Παριζιάνων, κάτι που φάνηκε και στον τελικό του Μονάχου ήταν οι ανακτήσεις μπάλας, καθώς βρίσκονται στην κορυφή της σχετικής λίστας με 733, με τη δεύτερη Ντόρτμουντ να έχει 588. Η Παρί Σεν Ζερμέν είχε επτά ματς με ανέπαφη εστία, με ένα από αυτά να είναι ο τελικός με την Ίντερ (5-0).

Η γαλλική ομάδα, μπορεί να μην είχε παίκτη στην πρώτη θέση της λίστας των σκόρερ ή τον ασίστ, σε μια σεζόν που ολοκλήρωσε τη διοργάνωση με έντεκα νίκες, μια ισοπαλία και πέντε ήττες. Είχε όμως τον Ζοάο Νέβες στην κορυφή των τάκλιν με 47 και τον Πάτσο στην κορυφή των ανακτήσεων μπάλας με 124. Στη δεύτερη θέση της ίδιας λίστας ήταν ο Μαρκίνιος με 109 και στην τρίτη ο Ζοάο Νέβες με 87.

Η Παρί Σεν Ζερμέν δέχτηκε 15 γκολ τη φετινή σεζόν, οι παίκτες της κάλυψαν 1.894,64 χιλιόμετρα και δέχτηκαν 19 κίτρινες και μια κόκκινη κάρτα. Επίσης, μοίρασαν 32 ασίστ, έκαναν 1.005 επιθέσεις και σκόραραν μόλις μια φορά από το σημείο του πέναλτι. Νούμερα που δείχνουν πως οι εποχές, που η γαλλική ομάδα εξαρτιόνταν από τις εμπνεύσεις παικτών, όπως οι Εμπαπέ, Νεϊμάρ και Μέσι ανήκουν πλέον στο παρελθόν και μια νέα εποχή έχει ξημερώσει στο Παρίσι. Με την παρουσία του Λουίς Ενρίκε στον πάγκο της γαλλικής ομάδας υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις, αυτή η εποχή να έχει και συνέχεια τα επόμενα χρόνια, αρκεί να μην επιστρέψει η διοίκηση στη μεταγραφική πολιτική προηγούμενων ετών.