Ήταν η ημέρα που μια επ’ αυτοφώρω σύλληψη έμελλε να στείλει, για πρώτη φορά στην ιστορία του, τον Ηρακλή στη Β’ Εθνική, προκαλώντας σεισμό στο ποδοσφαιρικό οικοδόμημα.
Όλα ξεκίνησαν από την καταγγελία του αμυντικού του ΠΑΟΚ, Φιλώτα Πέλλιου, ο οποίος ισχυρίστηκε πως τον προσέγγισε ο τότε πρόεδρος του Ηρακλή, Κώστας Περτσινίδης, με σκοπό να εξαγοράσει τη μειωμένη απόδοσή του στον κρίσιμο ημιτελικό Κυπέλλου ανάμεσα στις δύο ομάδες. Η επαφή έγινε μέσω μιας μεσάζουσας, της Ρίτας Χατζηπαπαδοπούλου, η οποία υποσχέθηκε στον παίκτη το ποσό των 500.000 δραχμών.
Στο προκαθορισμένο ραντεβού για την προκαταβολή των 100.000 δραχμών, οι αρχές, έχοντας ειδοποιηθεί από τη διοίκηση του Δικεφάλου του Βορρά, συνέλαβαν τη γυναίκα. Αν και η υπόθεση πήρε γρήγορα τον δρόμο της δικαιοσύνης, το νομικό τοπίο παρέμεινε θολό. Παρά το γεγονός ότι οι κατηγορίες δεν στοιχειοθετήθηκαν πλήρως στα πολιτικά δικαστήρια και η εμπλεκόμενη ανακάλεσε αργότερα την κατάθεσή της, η αθλητική δικαιοσύνη ήταν αμείλικτη.
Στις 2 Ιουνίου του 1980, η απόφαση οριστικοποιήθηκε: ο Ηρακλής υποβιβάστηκε, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των οπαδών του που έφτασαν μέχρι το γραφείο του πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη. Ο «Γηραιός» αναγκάστηκε να αγωνιστεί στη δεύτερη κατηγορία, στερούμενος τις υπηρεσίες του θρυλικού Βασίλη Χατζηπαναγή, καταφέρνοντας πάντως να επιστρέψει άμεσα στα μεγάλα σαλόνια. Μια υπόθεση που ακόμη και σήμερα, δεκαετίες μετά, παραμένει αντικείμενο συζήτησης για τα όρια ανάμεσα στην αθλητική και την πολιτική δικαιοσύνη.