Ο Χατζηπαναγής γεννήθηκε στην Τασκένδη και πριν έρθει στην Ελλάδα, είχε ήδη προκαλέσει αίσθηση στη Σοβιετική Ένωση με την Παχτακόρ, φτάνοντας στο σημείο να θεωρείται ο δεύτερος καλύτερος ακραίος επιθετικός πίσω από τον Όλεγκ Μπλαχίν. Το France Football του είχε αφιερώσει εκτενές άρθρο, ενώ πολλοί ευρωπαϊκοί σύλλογοι είχαν εκφράσει ενδιαφέρον για την απόκτησή του.
Τελικά, ο Ηρακλής ήταν εκείνος που κατάφερε να τον φέρει στην Ελλάδα το 1975, χαρίζοντας στο ελληνικό κοινό έναν ποδοσφαιριστή που έπαιζε «ποιητικά». Στον Γηραιό, ο «Βάσια» έγραψε ιστορία με τα μαγικά του πόδια, τις ασύλληπτες ντρίμπλες και τα γκολ απευθείας από κόρνερ.
Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του ήρθε το 1976, όταν οδήγησε τον Ηρακλή στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας, νικώντας τον Ολυμπιακό στον τελικό της Νέας Φιλαδέλφειας, σε έναν από τους πιο θεαματικούς τελικούς όλων των εποχών.
Παρά το ανυπέρβλητο ταλέντο του, ο Χατζηπαναγής δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας σε επίσημη διοργάνωση, εξαιτίας γραφειοκρατικών περιορισμών της εποχής. Το 2003, η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τον ανακήρυξε κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή των τελευταίων 50 ετών, επιβεβαιώνοντας αυτό που ήξεραν όλοι όσοι τον είδαν να αγωνίζεται: ότι ο «μάγος» του ελληνικού ποδοσφαίρου υπήρξε ένας και μοναδικός, ο Βασίλης Χατζηπαναγής.