Να μην ξεχάσω

Ο Χρήστος Καούρης θρηνεί θύματα και παρατηρεί την ελπίδα.
0
Χρήστος Καούρης
24/07/2018 • 23:48
Την οδύνη της για την τραγωδία εκφράζει και ο κόσμος του Ταε Κβο Ντο
  • shares

Σοκ. Ακραίο, από αυτά που κονιορτοποιούν και τα τελευταία αναχώματα κυνισμού και ρεαλισμού διαθέτεις. Αδύνατον να συγκεντρωθείς στη σκέψη ανθρώπων που απανθρακώθηκαν αγκαλιασμένοι, ανήμποροι. Δεν είναι ότι δεν το καταλαβαίνει ο νους σου, σου το εξήγησαν στα δελτία, έψαχναν τη θάλασσα, παγιδεύτηκαν. Η καρδιά σου δεν το χωρά. 

Η Τρίτη είναι μια σαδιστική τραμπάλα. 

Έχεις την τηλεόραση ανοιχτή στο γραφείο, το facebook και το twitter στον υπολογιστή. Μια καταμέτρηση συνεχίζεται, οι αριθμοί ενισχύουν και μαζί κρύβουν την φρίκη. Τα θύματα αυξάνονται ανομοιόμορφα, σαν ανάστροφη γραφική παράσταση της ελπίδας. Είκοσι πέντε, όχι, αδύνατον, πως;  Ένας, πνιγμένος, ελπίζεις να το υποδεχτείς πιο ψύχραιμα, μα ο οδυρμός είναι  ίδιος και απαράλλαχτος.  Ο θάνατος παίζει πιάνο με τις αντοχές μας. Είναι νωρίς στην ημέρα όταν τα site ανακαλύπτουν φωτογραφίες πτωμάτων και φροντίζουν να πατήσουν πάνω τους πριν τα ίδια ξεράσουν το μενού που σερβίρουν και τα αποσύρουν. Τρόμος και ανακούφιση συνυπάρχουν στα κεφάλια που παρακολουθούν τις εξελίξεις. Όχι, δεν θα ξεφύγεις από την σκέψη. «Δεν ήμουν εκεί. Δεν ήταν οι αγαπημένοι μου. Είμαστε ασφαλείς. Τη γλίτωσα». Όχι, μην έχεις τύψεις. Ο φόβος είναι ένας τρόπος που δείχνεις ότι νοιάζεσαι. Ότι το δέρμα σου παραμένει διάτρητο από νευρικές απολήξεις που είναι ακόμα ζωντανές. 

Οι αναρτήσεις των ανθρώπων που εναγωνίως ψάχνουν τους αγαπημένους τους σου γεμίζουν τα μάτια, είναι όμως η προσφορά, η αλληλεγγύη, η έκρηξη αγάπης που απελευθερώνει τα δάκρυα. Γιατροί, κτηνίατροι, σουπερμάρκετ, πάσης φύσεως εταιρείες εστίασης, ΜΚΟ, το κοινωνικό δίκτυο, άμεσα, αφιλοκερδώς.  Σπίτια ανοίγουν σε προσφορά, μικρά ή μεγάλα.  «Έχουμε δωμάτια για οικογένειες, έχουμε γεμάτο ψυγείο, σας περιμένουμε, για όσο θέλετε». «Ελάτε στη Θεσσαλονίκη. Έχουμε σπίτι, θα σας βρούμε δουλειά, θα σας στηρίξουμε για όσο χρειαστεί». Λυσσαλέα retweet σε κάθε χρήσιμη πληροφορία και προτροπή για δράση. Ουρές στα νοσοκομεία για αιμοδοσίες, αμέτρητες λίστες από ανθρώπους που οργανώνονται σε/με οργανισμούς προκειμένου η βοήθεια να φτάσει άμεσα. Στα παντοπωλεία και τις υπεραγορές άνθρωποι κουβαλούν καρότσια με νερό, χυμούς, γάλα, ξηρές τροφές, σταματούν σε φαρμακεία και προμηθεύονται τα φάρμακα που διάβασαν ότι απαιτούνται. Οργανώσεις αναρτούν οδηγίες για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται τα μικρά παιδιά που ήρθαν αντιμέτωπα με τη φρικαλεότητα.

Η έκρηξη μου προκαλεί απορία. Λαοπρόβλητοι ιδιοκτήτες ποδοσφαιρικών ομάδων, απολύτως υπεύθυνοι για την βοθροειδή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το προϊόν τους, σπεύδουν να ανακουφίσουν τους πληγέντες με γενναίες οικονομικές βοήθειες. «Δεν είναι η πρώτη φορά», μου υπενθυμίζω. «Απλά η μπόχα σου θολώνει τη μνήμη». Σύνδεσμοι Αθλητών και Προπονητών προσφέρουν τον οβολό τους και συνδράμουν ανώνυμα ή επώνυμα. Οι οργανωμένοι οπαδοί ξεχνούν την οργανωμένη βία και οργανώνονται για να βοηθήσουν. Φαντάζομαι ότι θα τους δω να στήνονται στην ίδια αλυσίδα μεταφοράς τροφίμων και λιποθυμώ στη σκέψη – όχι, τόσο πολιτισμό δεν θα τον αντέξω, σώνει. 

Σκέφτομαι μήπως η προσφορά είναι η μόδα της ημέρας, μήπως όλοι μας βρήκαμε τον τρόπο να εξαγοράσουμε την συνείδηση μας σε οικονομική συσκευασία. «Κι έτσι να ‘ναι, ας είναι», σκέφτομαι. «Αυτοί που ανακουφιστούν δεν έχουν την πολυτέλεια της μετέωρης ηθικολογίας των κινήτρων σου. Έχουν εγκαύματα, αγνοούμενους και αποτεφρωμένα όνειρα». Ο Θοδωρής στο τηλέφωνο με κριτικάρει αναίμακτα για την επιφυλακτικότητά μου, «νοιαζόμαστε ρε οι Έλληνες, δεν έχει σβήσει αυτό. Θυμήσου τι κάναμε για τους πρόσφυγες. Τώρα θα μέναμε άπραγοι, που ο καθένας μας ξέρει κάποιον από αυτούς εκεί;». 

Μία ημέρα πριν η αδερφή μου παρέμενε για δύο ώρες παγιδευμένη σε μια παραλία δίπλα στην Παλιά Εθνική Οδό Αθηνών Κορίνθου, ανάμεσα στη φωτιά της Κινέττας και αυτή των Αγίων Θεοδώρων, παρέα με τον άντρα της και τον 18μηνο ανιψιό μου. Ψύχραιμη, αλλά όχι χωρίς φόβο: η φωτιά ήταν μακριά, αλλά ήταν εκεί, προς αμφότερες τις κατευθύνσεις. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Πυροσβεστική, προσπάθησε και με την Αστυνομία, να πάρει οδηγίες για το που και αν θα πρέπει να κατευθυνθεί. Το 199 και το 100 βούιζαν και σε προσκαλούσαν να εξαντλήσεις την μπαταρία σου. Κατέληξε να ανεβάσει τέσσερις φωτογραφίες στο Facebook και να περιγράψει σε ανάρτηση τι συμβαίνει, μήπως και η πληροφόρηση την βρει μέσω της αλληλεπίδρασης των πολλών. «Ανέβηκε» η ανάρτηση, ανέβηκε και η θερμοκρασία μου, για δύο ώρες μπήκα στη θέση του ανήμπορου θεατή, έψαχνα πληροφορίες στο χάος και έμενα άπραγος. Οι λογαριασμοί της Ελληνικής Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής και της Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας χρησίμευαν μόνο για γενικές ανακοινώσεις, την ώρα που θα μπορούσαν να αποδειχθούν το πιο χρήσιμο μέσο οδηγιών για την Άννα και χιλιάδες άλλους στη θέση της, εκείνη την ώρα και αργότερα, στην τραγωδία του Ματιού. Αργότερα διάβασα τον Χατζηστεφάνου και κατάλαβα - μεταξύ άλλων -  πως οι νέες τεχνολογίες χρησιμεύουν στον μέσο πολιτικό άρχοντα μόνο για την προβολή και την επιβεβαίωση του. 

Στο γραφείο κανείς δεν ήθελε να συζητήσει το προφανές. Οι νεκροί θα αυξηθούν σε αδιανόητο αριθμό, το βλέπεις από τους αγνοούμενους, δεν χρειάζεται να στο πει κανείς. Όταν έπεσε στα χέρια μου η ανακοίνωση του Άμβρόσιου θόλωσα, ένα σπίρτο έπεσε σε κοκτέιλ μολότοφ, δεν την άντεχα την ύβρη από τον υβριστή ρασοφόρο. Ξέφυγα στο twitter, ένας άγνωστος πήρε μέρος στο φεστιβάλ ενσυναίσθησης, «ξαναδιάβασε το, δεν είσαι εσύ». Πάλεψα, μου πίστωσα όλα τα δίκια του κόσμου, το κατέβασα. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να μην ξαναδώσω ποτέ σημασία στο μίσος του. 

Το απόγευμα της Τρίτης ο φίλος μου ο Γιάννης πήγε μαζί με μια ομάδα να ψάξει για τραυματισμένα ζώα στο Μάτι. Την επόμενη φορά θα πάω μαζί του. 


Και προπάντως να θυμηθώ να κάνω αυτό που με προέτρεψε ο Γιάννης Αντετοκούνμπο. 

Να μην ξεχάσω. 

Γράψτε το σχόλιο σας...