Αντί lay-up, lay-down

0
Χρήστος Καούρης
16/09/2013 • 23:02
Αντί lay-up, lay-down
  • shares

Πάει κι αυτό. Δύο φορές άφησε τη μπάλα στο καλάθι ο Ζήσης, δύο φορές αυτή δεν κατέληξε μέσα. Την πρώτη, για νίκη, τη δεύτερη για παράταση. Η εθνική ομάδα μπάσκετ αφαίρεσε το όποιο σασπένς από τους υπόλοιπους δύο αγώνες και αποχαιρέτησε με 4 νίκες και άλλες τόσες ήττες τη διοργάνωση. Από την τέταρτη αγωνιστική ημέρα και έπειτα, οι επιδόσεις της ήταν επιδόσεις αποτυχίας: μία νίκη κόντρα στους Ισπανούς, τέσσερις ήττες από Ιταλούς, Φινλανδούς, Σλοβένους, Κροάτες. Στα σχέδια επί χάρτου πριν αριβάρουμε στη Σλοβενία, ο Αντρέα Τρινκιέρι μάλλον ανάποδα θα τα είχε υπολογίσει.  Το πλοίο που έμπαζε νερά από την πρώτη φάση τελικώς βυθίστηκε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες καπεταναίων και μούτσων να το κρατήσουν στην επιφάνεια. Lay down. Ελληνιστί, ξαπλωτοί.Τέζα.

Τρεις ώρες αργότερα ήρθε η ειρωνεία να μας χτυπήσει την πόρτα. Επιβεβαιώνοντας πως σε αυτό το τουρνουά ουδείς αήττητος και άπαντες ευάλωτοι, οι Ιταλοί υπέταξαν τους Ισπανούς στην παράταση. Mamma mia, τι κάζο. Για ένα λέι-απ προπόνησης. Ο μόνος που δεν θα ήθελα να είμαι απόψε, είναι ο Ζήσης. Κρίμα, Νικόλα, με τη μεγάλη καρδιά.

Στον αθλητισμό, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας είναι δυσδιάκριτες, συχνά και αόρατες. Σαν το μπαλάκι του τένις στo Match Point του Γούντι Άλεν: που θα πέσει, από τη μία ή την άλλη πλευρά. Ο τραυματισμός του παίκτη - βαρόμετρου αυτή της ομάδας έφερε τρικυμία, ειδικά σε μια 12άδα που ήταν εξ΄ αρχής εξαιρετικά ανισοβαρής. Επιβεβαιώθηκε, δυστυχώς για τα ελληνικά χρώματα, πως το μπάσκετ είναι άθλημα (πρώτα) των κοντών. Ζήσης, Σπανούλης, Σλούκας αποδείχτηκαν λίγοι, όχι σε ποιότητα, αλλά σε αριθμό. Ο πρωτόμαθος σε τέτοιες διοργανώσεις Τρινκιέρι έπαιξε και έχασε, μαζί του και η ομάδα. Το ομολόγησε άλλωστε και ο ίδιος: «Πίστευα ότι η Ευρωλίγκα είναι σκληρή διοργάνωση, αλλά το Ευρωμπάσκετ δεν συγκρίνεται». Η πολυκοσμία στα φόργουορντ λειτούργησε σαν μπούμερανγκ.Η θεωρητικό υπεροπλία στο «3» και το «4» δεν εμφανίστηκε παρά μόνο στο παιχνίδι με τους Ισπανούς: όχι τυχαία, εκεί ο Βασίλης Σπανούλης έκανε το καλύτερο του παιχνίδι στο τουρνουά, μένοντας μακριά από τα λάθη και κάνοντας δουλειά δύο παικτών μαζί.

Κατά τα άλλα συμπαθάτε με, αλλά δεν θα πάρω μέρος στο γνωστό ελληνικό ρεπερτόριο που συνοδεύει σχεδόν κάθε ομαδική αθλητική αποτυχία στη χώρα μας. Όταν είναι στο παιχνίδι με την πορτοκαλί μπάλα, η μόνιμη επωδός είναι «δεν είχαμε ένα σύστημα».  Ναι, η βάση του επιθετικού μας παιχνιδιού ήταν το pick n' roll. Σάμπως με αυτό σαν πυξίδα δεν κυριάρχησε στην Ευρώπη το δίδυμο Διαμαντίδη - Μπατίστ; Με αυτό για όπλο δεν κατέκτησε ο Ολυμπιακός δύο συνεχόμενα τρόπαια Ευρωλίγκα;

Ως εναλλακτικές λύσεις η Εθνική ήθελε να φαρμόσει το παιχνίδι από μέση απόσταση με τους Περπέρογλου (πλάτη), Μαυροκεφαλίδη (πρόσωπο), το παιχνίδι με πλάτη του Μπουρούση, τα split-out για περιφερειακά σουτ των Μπράμου - Παπανικολάου - Περπέρογλου, την εκτέλεση του Πρίντεζη σε καταστάσεις γρήγορων επιθέσεων. Το πλάνο βασιζόταν στις συνεργασίες και όχι άδικα, μιας και ο μοναδικός ένας - εναντίον - ενός παίκτης της ομάδας είναι ο Σπανούλης. Δυστυχώς, αυτές πήγαν περίπατο όταν οι τρεις περιφερειακοί, σκασμένοι από την κούραση σε ένα τουρνουά στο οποίο καλείσαι να παίξεις 3 ματς σε λιγότερο από 3 μέρες στην πρώτη φάση, έβλεπαν με θολωμένο μάτι το παρκέ.

Στην άμυνα το νόμισμα έχει δύο όψεις. Ναι, η αμυντική επίδοση ήταν κακή. Η προσωπική άμυνα είναι πρώτα θέμα διάθεσης, θέλησης, αφοσίωσης και εν τέλει ενέργειας. Οι προσαρμογές που έγιναν κατά τη διάρκεια των παιχνιδιών ήταν πάμπολλες, σε σχήματα, πρόσωπα, στρατηγικές αντιμετώπισης προσώπων και τακτικών. Μετά από 8 παιχνίδια στο Ευρωμπάσκετ, ουδείς μπορεί να διαφωνήσει πως ο Σβεντ ήταν ο μοναδικός  γκαρντ που κατάφερε να σταματήσει η ελληνική ομάδα.

Βλέποντας τον Κόπονεν, τον Μπελινέλι και τον Ντράγκιτς να αλωνίζουν με αντιπάλους που ουδέποτε είχαν προσόν το αμυντικό κομμάτι, ταξίδεψα στο χρόνο και μεταφέρθηκα στο Λονδίνο, στην O2 Arena, στον τελικό της Ευρωλίγκας. Η Ρεάλ είχε κάνει σκόνη και θρύψαλα τον Ολυμπιακό μετά από 10 λεπτά αγώνα. Οι Πειραιώτες γέλασαν τελευταίοι, με τον Σπανούλη τιμωρό και θριαμβευτή. Εκείνο το ματς, το πήρε ο Σπανούλης. Το γύρισε όμως ο Κατσίβελης, στη δεύτερη περίοδο, με τον αρχηγό των ερυθρόλευκων καθισμένο στον πάγκο, να μαζεύει δυνάμεις και σκέψεις για την αντεπίθεση του δεύτερου μέρους.

Η άλλη όψη έχει να κάνει με τη μετάλλαξη του ελληνικού μπασκετικού DNA.  Η έκδοση 2013 μπορεί να μοιάζει περισσότερο αθλητική, γρήγορη, ευπροσάρμοστη και σπιρτόζα, όμως δεν είναι καμωμένη από κανένα άθραυστο μέταλλο. «Δεν είμαστε σοφτ, αλλά παίζουμε σοφτ», είπε μετά το παιχνίδι με τη Φινλανδία ο Τρινκιέρι. Η φετινή Ελλάδα ήταν η ομάδα περισσότερο του Πρίντεζη, παρά του Φώτση. Του Σλούκα, όχι του Χατζηβρέττα του παρελθόντος. Το αμυντικό της ταβάνι, βάσει ατομικών ικανοτήτων  που τελικά επηρεάζουν την ομαδική δυνατότητα, ήταν σαφώς χαμηλότερο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Πλέον, το μοναδικό πράγμα που έχει άφθονο αυτή η ομάδα είναι χρόνος, εκτός κι αν έρθει ουρανοκατέβατη η πρόσκληση της FIBA για το επόμενο παγκόσμιο πρωτάθλημα. Χρόνος για κριτική και αυτοκριτική, ξεσκαρτάρισμα και αναζήτηση της φόρμουλας που θα επιτρέψει την επιστροφή στις επιτυχίες, μετά από μια τριετία διαδοχικών αποτυχιών. Προς τιμήν τους, οι Έλληνες διεθνείς δεν κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλο τους, αρχής γενομένης από τον ηγέτη. Ο Βασίλης Σπανούλης μίλησε ορθά-κοφτά για αποτυχία. Όμως το πράγμα αρχίζει και μπερδεύεται με τη σιβυλλική δήλωση του Αντρέα Τρινκιέρι, όταν ερωτηθείς για την ελευθερία που είχε να διαλέξει την ομάδα που ήθελε, απάντησε με το αινιγματικά διπλωματικό «ξέρετε κανένα που να είναι ελεύθερος; Όμως, δεν ήταν αυτό που έφταιξε».

Να μας τα πείτε όμως, signore, αυτά που, κατά τη γνώμη σας, έφταιξαν. Γιατί με ή χωρίς εσάς, πρέπει να τα διορθώσουμε.

Γράψτε το σχόλιο σας...