Το ράβε ξήλωνε των αιωνίων

Ο απολογισμός του μεταγραφικού σχεδιασμού Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού, μετά το τέλος της διαδρομής και των δύο στη φετινή Ευρωλίγκα, από τον Δημήτρη Καρύδα.
0
Δημήτρης Καρύδας
29/04/2019 • 15:24
Λεντέι και Λάνγκφορντ
  • shares
Η Ευρωπαϊκή σεζόν για τους δύο πρεσβευτές του Ελληνικού μπάσκετ τελείωσε για μια ακόμη χρονιά χωρίς να φτάσουν στο τέλος του δρόμου ή κοντά σε αυτό. Για τον Ολυμπιακό πολύ νωρίς, για τον Παναθηναϊκό στο ίδιο επίπεδο με αυτό της τελευταίας επταετίας. Καιρός λοιπόν να δούμε ποια είναι η πραγματική τους εικόνα σε ένα μίνι απολογισμό της Ευρωπαϊκής παρουσίας τους. 

Είναι περίπου ξεκάθαρο τα τελευταία χρόνια και με τις ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί στην Ευρωλίγκα ότι ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός αποτελούν ομάδες της λεγόμενης δεύτερης ταχύτητας και αυτό δεν έχει να κάνει με το μπάτζετ τους ή δεν έχει να κάνει μόνο με αυτό. Οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των τριών κορυφαίων ομάδων της λίγκας με όλους τους υπόλοιπους χρησιμοποιούνται εντός των δικών μας συνόρων ως μια πολύ εύσχημη δικαιολογία για δύο κυρίως λόγους. Όταν ένας από τους αιώνιους κερδίζει ένα αντίπαλο με αισθητά μεγαλύτερο προϋπολογισμό του δίνει το δικαίωμα να καυχιέται για την ‘’τεχνογνωσία’’ που έχει αποκτήσει και όταν χάνει να δικαιολογείται για τις μεγάλες οικονομικές διαφορές. Αν βέβαια όλα αυτά ίσχυαν και αποτελούσαν σημείο αναφοράς τότε ο τίτλος του πρωταθλητή Ευρώπης έπρεπε να δίνεται δια απονομής στο ξεκίνημα της χρονιάς και αφού οι ομάδες κατέθεταν στα γραφεία της λίγκας στη Βαρκελώνης τους προϋπολογισμούς τους. Σαφώς και δεν εννοώ ότι τα χρήματα δεν παίζουν ρόλο. Παίζουν και πολύ μεγάλο.

Αλλά το βασικό δεν είναι πόσα χρήματα ξοδεύουν οι ούτως ή άλλως παθητικές και ζημιογόνες ομάδες της Ευρωλίγκα αλλά το ΠΩΣ ΤΑ ΞΟΔΕΥΟΥΝ! 

Τρεις ομάδες του πρωταθλήματος δίνουν φέτος +35 εκατομμύρια αλλά μόνο μια θα πάρει τον τίτλο. Οι άλλες δύο θα πετάξουν περισσότερα από 70 εκατομμύρια απλά για να παίξουν στο φάιναλ φορ, κάτι που οι δύο απ΄ αυτές δεν έχουν καν εξασφαλίσει. Η Εφές ξοδεύει σταθερά περισσότερα χρήματα τα δύο τελευταία χρόνια από τις Ελληνικές ομάδες αλλά δεν έχει δει ούτε με το….κιάλι φάιναλ φορ και η Μπαρτσελόνα πέταξε τα δύο προηγούμενα χρόνια γύρω στα 40-45 εκατομμύρια χωρίς να παίξει καν στα πλέι οφ κάτι που για να πετύχει φέτος ξόδεψε πάνω από 25 εκατομμύρια. Η Μακάμπι δεν έχει στον ήλιο μοίρα από το 2014 και μετά. Με πρόχειρους υπολογισμούς έχει πετάξει σε ένα μαύρο πηγάδι γύρω στα 100 εκατομμύρια. Αντίθετα η Μπασκόνια χωρίς ποτέ να διαθέτει προϋπολογισμούς μαμούθ είναι σταθερά στο ίδιο επίπεδο με τις Ελληνικές ομάδες και έχει μετατραπεί στο πιο μοντέρνο και πετυχημένο σύγχρονο μπασκετικό σούπερ μάρκετ. Το ράβε-ξήλωνε των Βάσκων είναι εννιά φορές στις δέκα εύστοχο και δεν έχει να κάνει με το ποιος προπονητής κάθεται στον πάγκο τους.  

Το πρώτο ζητούμενο είναι να κατανοήσουν οι διοικήσεις των δύο Ελληνικών ομάδων χωρίς λαϊκισμούς και επικοινωνιακά παιχνίδια ότι τόσο ο Παναθηναϊκός, όσο και ο Ολυμπιακός ανήκουν στην δεύτερη ταχύτητα ομάδων. Στις ομάδες του γκρουπ από 5 έως 8. Και όσο ‘’εύκολο’’ αποδείχθηκε τις δύο προηγούμενες χρονιές να φτάσουν στο πλεονέκτημα έδρας και τις 19 νίκες αλλά τόσο εύκολα μπορεί να πέσουν στο πιο κάτω επίπεδο κάτι που έγινε φέτος με τους ‘’ερυθρόλευκους’’ και παραλίγο να συμβεί και με τον Παναθηναϊκό αν δεν υπήρχε το ξέσπασμα ενός διμήνου. Με απλά λόγια: Η διαφορά για την επιστροφή τους σε ένα φάιναλ φορ είναι 2-3 νίκες αλλά ο ίδιος ακριβώς αριθμός ηττών μπορεί να τους ρίξει στα…τάρταρα. Και αυτά δεν τα γράφω τώρα ως μετά Χριστό προφήτης. Τα έγραφα παραμονές έναρξης της φετινής Ευρωλίγκα πριν από σχεδόν επτά ολόκληρους μήνες όπως μπορεί κάποιος εύκολα να αντιληφθεί διαβάζοντας εκείνο το κείμενο.

Οι διαφορές είναι πολύ μικρές και εύκολα μεταβλητές. Οι αριθμοί δεν λένε εδώ ψέματα. Ο Ολυμπιακός της σεζόν 2016-17  έκανε 12 από τις 19 νίκες του με μονοψήφια διαφορά πόντων και έχασε οκτώ μονοψήφια (+4). Το ίδιο περίπου επανέλαβε πέρσι όταν κέρδισε 13 από τα 19 παιχνίδια του στην κανονική περίοδο με μονοψήφια διαφορά. Πέρσι επίσης γνώρισε 5 ήττες με διαφορές κάτω των 10 πόντων (+8). Στη φετινή σεζόν του κέρδισε μόλις 7 παιχνίδια με κλειστές διαφορές και έχασε 9 με διαφορές 10 ή λιγότερων πόντων (-2). Όποιος συγκρίνει τα νούμερα των τριών σεζόν μπορεί να αντιληφθεί πόσο εύκολα μια ομάδα ανεβαίνει ή κατεβαίνει επίπεδο. 

Η ίδια ακριβώς σύγκριση ισχύει και για τον Παναθηναϊκό. Τη σεζόν 2016-17 έκανε 11 μονοψήφιες νίκες και 9 ‘’παρόμοιες’’ ήττες (+2), την προηγούμενη 11 ενώ έχασε και 6 ματς με -10 πόντους διαφορά το καθένα (+5). Φέτος οι αντίστοιχοι δείκτες ήταν 8 νίκες και 7 ήττες (+1).

Στην ουσία δηλαδή η μισή και βάλε σεζόν θα παιχτεί σε κλειστά παιχνίδια. Οι ισορροπίες μπορεί να αλλάξουν στην πραγματικότητα από μερικά σουτ, κάποιες βολές ή 5-6 λάθη. Το ζητούμενο λοιπόν είναι αν μπορούν οι δύο Ελληνικές ομάδες με μπάτζετ που κυμαίνονται γύρω ή κοντά στα 15 εκατομμύρια να ‘’αγοράσουν’’ αυτές τις νίκες και να βρεθούν στο επόμενο επίπεδο. Φυσικά εδώ η κάθε περίπτωση πρέπει να αντιμετωπιστεί διαφορετικά. 
Ο Ολυμπιακός με αφετηρία το 2011 επένδυσε σε ένα πυρήνα Ελλήνων παικτών με επικεφαλής τον Σπανούλη και λίγο αργότερα τον Πρίντεζη. Η ιδέα στη βάση της δεν ήταν λάθος. Το αντίθετο. Απέδωσε δύο γρήγορους τίτλους στον Ολυμπιακό αλλά και τη ‘’βεβαιότητα’’ ότι μπορεί εσαεί να πετυχαίνει με χαμηλούς προϋπολογισμούς τους στόχους του. Θεωρητικά, αυτό μπορούσε να συμβεί αν δεν υπήρχε κάτι που ήταν λογικό και αναμενόμενο. Ο πυρήνας των Ελλήνων παικτών άρχισε να δημιουργεί υπεραξίες και αυτό σταδιακά στέρησε τη δυνατότητα από τον Ολυμπιακό να επενδύσει σε αξιόλογους ξένους.

Η συντήρηση του περιβόητου Ελληνικού κορμού έφτασε πια στο επίπεδο του 65% (ίσως και μεγαλύτερου) του συνολικού μπάτζετ της ομάδας που καμία από τις επόμενες σεζόν δεν αυξήθηκε, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα μειώθηκε. Όταν είπαμε ή γράψαμε για πρώτη φορά ότι η ομάδα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στον Σπανούλη που μεγαλώνει ηλικιακά γίναμε ταυτόσημοι με τους ‘’εχθρούς του λαού’’. Ενός λαού που δεν δεχόταν κουβέντα θεωρώντας οποιοδήποτε σχόλιο δεν αποθέωνε τον ηγέτη του Ολυμπιακού ως ‘’αντισυμβατικό’’. Τώρα πια ακόμη και οι πλέον σκληροπυρηνικοί βλέπουν το αυτονόητο: Ο Ολυμπιακός έχει γεράσει επικίνδυνα.

Το αποτέλεσμα των μη έγκαιρων κινήσεων είναι αυτό που είδαμε τα τελευταία χρόνια. Μια ομάδα να προσπαθεί να παίξει για τον Σπανούλη και όχι ο Σπανούλης για την ομάδα. Κάτι που σε καμία περίπτωση δεν είναι σφάλμα του ίδιου του παίκτη. Ο Ολυμπιακός δεν πήρε τις θαρραλέες οικονομικές αποφάσεις έγκαιρα και υποχρεώθηκε να ‘’ψωνίζει’’ περιφερειακούς από το δεύτερο ή το τρίτο ράφι της αγοράς. Κανείς από αυτούς δεν βοήθησε αληθινά ούτε την ομάδα, ούτε τον Σπανούλη. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε σταδιακά και με τον Πρίντεζη. Το γεγονός ότι έπαιρνε (με την αξία του) ένα μεγάλο συμβόλαιο οδήγησε την ομάδα στην απόφαση εδώ και 2-3 να μην κλείνει ένα αξιόλογο αναπληρωματικό. Το βάρος που πέφτει στους ώμους και τα πόδια του Πρίντεζη είναι πλέον δυσανάλογο με την ηλικία του. Ας μην αναφερθούμε καν στην ‘’ειδικών συνθηκών’’ υπόθεση της παραμονής του Κώστα Σλούκα. Ο Ολυμπιακός έκανε μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια να επενδύσει σε ταλέντα τα τελευταία 4-5 και έδωσε μεγάλο βάρος στα τμήματα υποδομής. Ομολογουμένως κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά χωρίς καμία απόδοση.

Από τους παίκτες που αποκτήθηκαν για να φρεσκάρουν τον μέσο όρο ηλικίας της ομάδας άλλοι δεν έκαναν, άλλοι δεν έπιασαν και άλλοι είχαν εντελώς λάθος νοοτροπία. Το μοναδικό αληθινό project που μπορεί να αποδώσει κάτι άμεσα είναι ο Ποκουσέφσκι αλλά και αυτός για την ώρα πιάνει θέση ξένου και όχι Έλληνα. Ο Ολυμπιακός είναι υποχρεωμένος να βάζει στοιχήματα και συνήθως αυτά είναι χαμένα γιατί, όπως και στον Παναθηναϊκό, δεν υπάρχει δίκτυο σκάουτερ για να ανιχνεύσει σωστά την αγορά και να προσφέρει τολμηρές και έτοιμες λύσεις στον εκάστοτε προπονητή. Τα προηγούμενα χρόνια τον ρόλο αυτό έπαιξαν με αρκετή επιτυχία διαδοχικά οι Αγγέλου, Τόμιτς, Μαρμαρινός. Κανείς απ΄ αυτούς δεν είναι πλέον στην ομάδα και το βάρος των επιλογών έπεσε στον Μπλατ το περασμένο καλοκαίρι. Είναι φανερό ότι από τις επιλογές του υπάρχει πιθανότητα (κι΄ αυτή μικρή) να δικαιωθεί μόνο αυτή του Γουίλιαμς-Γκος σε βάθος χρόνου.

Την ώρα που κυκλοφορούσε ελεύθερος στην αγορά ο Ντέρικ Γουίλιαμς και ζητούσε 350 χιλιάρικα για να παίξει σε ομάδα της Ευρωλίγκα ο Ολυμπιακός έδωσε αυτά τα χρήματα στον…Λεντέι! Συνεπώς, εδώ το μπάτζετ δεν είναι πρόβλημα. Ούτε καν οι διοικητικές παρεμβάσεις αφού οι Αγγελόπουλοι είχαν δεσμευτεί και τήρησαν σε μεγάλο ποσοστό το ‘’εν λευκώ’’ στις επιλογές που είχε ζητήσει ο Μπλατ, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή που άρχισαν να γίνονται έντονα τα οικονομικά προβλήματα. Το αληθινό πρόβλημα όμως είναι ότι δεν υπάρχει ένα σταθερό δίκτυο σκάουτερ που θα λειτουργεί ανεξάρτητα προπονητή ή επιτελείου και θα σκανάρει σε μόνιμη βάση την αγορά, παρουσιάζοντας έτοιμες λύσεις μέσα στις οικονομικές δυνατότητες του συλλόγου. Ο τελευταίος παίκτης-λαβράκι που έπαιξε στον Ολυμπιακό, ο Μπιρτς, ήταν υπόδειξη δημοσιογράφου (και μάλιστα με φοβερή επιμονή του όπως τουλάχιστον μου έχει διηγηθεί ο ίδιος την όλη ιστορία) στο προπονητικό επιτελείο μερικούς μήνες πριν την απόκτηση του. Γνωστά πράγματα αυτά και ας μην τολμάει κανείς να τα πει ή να τα γράψει. Για να μην αναφερθούμε σε συμφωνίες με μάνατζερ για πακέτα παικτών όπως η περσινή (Ρόμπερτς- Τόμπσον) ώστε να ‘’πέφτει’’ η τιμή και να γίνεται το κατάλληλο σκόντο. 

Την ίδια ακριβώς αδυναμία έχει ο Παναθηναϊκός παρότι η λειτουργία του είναι διαφορετική. Εδώ και 6-7 χρόνια προσπαθεί να κτίσει ένα Ελληνικό κορμό κάτι στο οποίο μοιάζει για πρώτη φορά να είναι κοντά. Ο Παναθηναϊκός βασίζεται σε ποσοστό 80-90% στις επιλογές του εκάστοτε προπονητή του. Κάπως έτσι βρέθηκε φέτος σε παντελή αδυναμία να επενδύσει με ικανοποιητικούς ξένους γύρω από τον Ελληνικό κορμό του. Ο Γκιστ έχει ξεπεράσει προ πολλού την πρώτη μπασκετική του νεότητα και η παραμονή του δεν πρόσφερε τίποτα το ιδιαίτερο, ο Λάσμε ήταν καταστροφή όχι μόνο λόγω απόδοσης αλλά και για την επίδραση του στα αποδυτήρια αφού η παρουσία του συνδέθηκε με μια σειρά αρνητικών εξωαγωνιστικών περιστατικών, ο Λεκαβίτσους είναι μια ασύλληπτα καλή παρουσία στην ομάδα λόγω χαρακτήρα αλλά έξω από το σύστημα της Ζάλγκιρις αποδείχθηκε λίγος.

Ο Λάνγκφορντ πρόσφερε αυτό που μπορούσε όταν έπαιξε αλλά έχασε και ένα δίμηνο στα πιτς που κόστισε στην ομάδα, ενώ ο Λοτζέσκι πέρασε επίσης το μεγαλύτερο διάστημα της χρονιάς μεταξύ της άκρης του πάγκου και του ιατρείου του ΟΑΚΑ. Ο Τόμας ήταν ‘’ούτε κρύο, ούτε ζέστη’’ και επίσης η σύγκριση του μισθού του με αυτόν του Ντέρικ Γουίλιαμς (για να τηρήσουμε τα ίδια μέτρα και σταθμά) δείχνει παντελή άγνοια της αγοράς και της αξιολόγησης παικτών. Κατά την προσφιλή του συνήθεια ο Παναθηναϊκός προχώρησε σε ένα εκτεταμένο λίφτινγκ μεσούσης της περιόδου. Πληρώθηκε αδρά ο Κιλπάτρικ που δεν είναι κακός παίκτης αλλά η σχέση value for money λειτουργεί εναντίον του. Ο Κιλπάτρικ για μια φουλ σεζόν κοστίζει πάνω από ένα εκατομμύριο. Σίγουρο στοίχημα είναι ότι ο μέσος φίλαθλος μπορεί να πει στα γρήγορα πέντε ονόματα Ευρωπαίων ή Αμερικάνων που κοστίζουν λιγότερα και θα πρόσφεραν περισσότερα.

Ο Παναθηναϊκός έχει συγκεκριμένη δομή στη λογική του κτισίματος του. Ο εκάστοτε προπονητής έχει το ‘’εν λευκώ’’ να κινηθεί μέσα σε ένα συγκεκριμένο μπάτζετ και οι διοικητικές παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια είχαν να κάνουν κυρίως με θέματα που αφορούσαν τον Ελληνικό κορμό της ομάδας (παραμονή Παππά, απόκτηση Παπαγιάννη) και δεν επηρέασαν άμεσα το μπάτζετ της ομάδας. Ο Πασκουάλ, στις προπονητικές γνώσεις του οποίου συνεχίζω να τρέφω μεγάλη εκτίμηση, αποδείχθηκε πολύ άτολμος στις επιλογές του. Και έκανε αυτό που κάνουν οι περισσότεροι ανασφαλείς-αγχωμένοι προπονητές: Ανακύκλωση παικτών που ήδη γνώριζε από το παρελθόν, πιστεύοντας ότι ποντάρει στα σίγουρα. Ούτε ο Παναθηναϊκός διαθέτει ένα οργανωμένο δίκτυο σκάουτερ, μια ομάδα τριών τεσσάρων ανθρώπων που θα λειτουργεί ανεξάρτητα του προπονητικού επιτελείου. Μια τέτοια ομάδα ανθρώπων με γνώση της αγοράς και του μπάσκετ δεν θα κόστιζε σε κανένα από τους δύο συλλόγους παρά πάνω από 100.000 ευρώ σε ετήσια βάση. Αν αναλογιστούν πόσα χρήματα τους κόστισε το διαρκές ‘’πάρε δώσε’’ και ‘’ράβε ξήλωνε’’ των ρόστερ τους θα καταλάβουν πόσα ακριβώς χρήματα χάνουν στην πραγματικότητα από αεροπορικά εισιτήρια, αποζημιώσεις σπασμένων συμβολαίων κλπ.

Αντί λοιπόν να κομπάζουν για την τεχνογνωσία τους καλό θα ήταν τις μέρες του φάιναλ φορ να στείλουν για ταχύρρυθμη επιμόρφωση στη Βιτόρια μερικούς ανθρώπους τους και να ρωτήσουν τον Κερεχέτα, πρόεδρο της Μπασκόνια, πως καταφέρνει και έχει τέτοια συσσώρευση ταλέντου  του εδώ και πάνω από μια δεκαετία με προϋπολογισμούς εφάμιλλους των δικών μας ομάδων. Η ακόμη καλύτερα ας αναζητήσουν στη Βιτόρια τον κύριο Αλφρέδο Σαλαζάρ και ας τον κεράσουν ένα καφέ για να τον πείσουν να τους πει τα….μυστικά του. Ποιος είναι ο Αλφρέδο Σαλαζάρ; Ένας συμπαθέστατος κύριος με ένα μικρό γραφείο στα υπόγεια του γηπέδου που θα φιλοξενήσει το φετινό φάιναλ φορ. Και τι δουλειά είπαμε ότι κάνει; Επικεφαλής μιας πολυμελούς ομάδας σκάουτερ που συντηρεί με τις δικές του οδηγίες και κατευθύνσεις εδώ και δύο δεκαετίες ο Κερεχέτα στη Μπασκόνια. 

Αν φύγουμε από τα καθαρά πρακτικά ζητήματα είμαστε υποχρεωμένοι να κλείσουμε με το αυτονόητο. Η αέναη αντιπαράθεση των δύο ομάδων στο τέλος δεν τους προσφέρει τίποτε άλλο παρά μόνο εφήμερες νίκες και επιβεβαιώσεις στις εσωτερικές διοργανώσεις. Το άλλοθι δηλαδή μιας επιτυχημένης χρονιάς, την ίδια ώρα που το Ευρωπαϊκό όνειρο θολώνει και ξεμακραίνει χρόνο με τον χρόνο. Είναι άλλο πράγμα ο υγιής ανταγωνισμός και άλλο πράγμα η στείρα αντιπαράθεση. Ελπίζουμε να το διαπιστώσουν πριν να είναι αργά και για τους δύο. Γιατί στο τέλος αυτού του πολέμου δεν θα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, ούτε καν αιχμάλωτοι. Μόνο πεσόντες άδοξα στο πεδίο των μαχών και άσκοπα ξοδεμένα χρήματα σε εποχές οικονομικής κρίσης.
Γράψτε το σχόλιο σας...
22/09/2019 • 07:11

Φόρμα και πάθος ορίζουν τα ντέρμπι σε Λιόν, Αϊντχόφεν, Λονδίνο και ΟΑΚΑ

Το ντέρμπι του Ολλανδικού πρωταθλήματος είναι λογικό να κριθεί στην αποτελεσματικότητα ανάμεσα σε δύο φορμαρισμένες ομάδες. Εν μέσω ειδικών συνθηκών το ντέρμπι των "αιωνίων", πιο παραγωγικά τα ματς σε Λονδίνο και Λιον