Αισθήσεις και παραισθήσεις

Ο Δημήτρης Καρύδας γράφει για την πορεία της Εθνικής ομάδας των εφήβων στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα και τα ταλέντα του Ελληνικού μπάσκετ.
0
Δημήτρης Καρύδας
06/08/2018 • 18:33
Εθνική ομάδα εφήβων
  • shares
Κάθε καλοκαίρι τέτοια εποχή κι’ ας μην υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο όπως μας μάθαιναν οι παλιοί ‘’εφημεριδάδες’’ ο τύπος γέμιζε από δηλώσεις των αξιωματούχων της Ελληνικής ομοσπονδίας μπάσκετ. Συνήθως, συνόδευαν τις συνεχόμενες επιτυχίες των ‘’μικρών’’ εθνικών ομάδων και είχαν ως κοινό παρονομαστή τους το πόσο καλά λειτουργεί το αναπτυξιακό πρόγραμμα της ΕΟΚ. Φυσικά, ήταν άλλη μια παραίσθηση από τις δεκάδες που έκαναν αίσθηση (και θραύση) στο ελληνικό μπάσκετ ειδικά τα χρόνια ‘’του κρασιού και των τραγουδιών’’ στη δεκαετία του ’90. Σήμερα, όταν γίνονται ολοένα και πιο σπάνια (γιατί σπάνιες είναι πια και οι ανάλογες επιτυχίες) τέτοιου είδους δηλώσεις η αλήθεια είναι ότι πολύ προσεκτικά οι αναφορές για το αναπτυξιακό πρόγραμμα περνάνε σε δεύτερη ή σε Τρίτη μοίρα. Ούτως ή άλλως η ανάπτυξη του ελληνικού μπάσκετ έχει περάσει πια εδώ και σχεδόν μια δεκαετία στα χέρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δηλαδή στην αρμοδιότητα 4-5 ομάδων και μερικών ιδιωτικών σχολείων-ομάδων. Με ότι αυτό συνεπάγεται…

Το αναπτυξιακό πρόγραμμα εφαρμόστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από την ΕΟΚ και ήταν πραγματικά επαναστατικό. Μπορεί βέβαια να ήταν μια πιστή σχεδόν αντιγραφή του αντίστοιχου Γιουγκοσλαβικού μοντέλου αλλά τα οφέλη τα καρπώθηκε το Ελληνικό μπάσκετ και επί μέρους οι παράγοντες της ΕΟΚ. Η αλήθεια είναι ότι εμφανίσθηκε σε μια εποχή που πρακτικά ήταν αδύνατη η χαρτογράφηση των ταλέντων του ελληνικού μπάσκετ έξω από τα αστικά κέντρα και κυρίως η ανακάλυψή τους. Για πολλά χρόνια, σχεδόν για δύο δεκαετίες το μοντέλο αυτό λειτούργησε έστω και αν μερικά από τα μεγαλύτερα ταλέντα που ανέδειξε το ελληνικό μπάσκετ με αποκορύφωμα το δίδυμο Διαμαντίδη-Παπαλουκά δεν έπαιξαν ποτέ στις μικρές εθνικές ομάδες. Οι περικοπές στους προϋπολογισμούς της ελληνικής ομοσπονδίας μπορεί να μην επέβαλλαν ανάλογη λιτότητα στα μικρά ή μεγάλα προνόμια των μελών του ΔΣ αλλά οδήγησαν στην ουσία στην σταδιακή κατάργησή του. Αυτή τη στιγμή είναι άγνωστο πόσα χρήματα από τον προϋπολογισμό της ομοσπονδίας πηγαίνουν στο αναπτυξιακό πρόγραμμα και αν αυτό λειτουργεί ή έστω υπολειτουργεί.

Η αλήθεια όμως είναι ότι οι καιροί και τα νέα ήθη και έθιμα δημιούργησαν διαφορετικές αισθήσεις στον κόσμο του μπάσκετ. Όταν λίγο πριν το γύρισμα του αιώνα το Ντάλας επέλεγε στο ντραφτ του ΝΒΑ ένα Γερμανό, τον Ντιρκ Νοβίτσκι που έπαιζε σε μια άσημη ομάδα της Β΄ εθνικής έγινε αντιληπτό ότι το παιχνίδι παιζόταν πια διαφορετικά. Η ανάπτυξη και οι αλλαγές στην τεχνολογία βοηθούσαν πια ώστε τα ταλέντα να είναι γνωστά πριν καλά-καλά ακουμπήσουν τη μπάλα για να παίξουν το πρώτο επίσημο ‘’διπλό’’ της καριέρας τους. Και ακριβώς όπως σε πολλούς άλλους τομείς της Ελληνικής ζωής η εποχή της λιτότητας μετακύλισε τις δαπάνες στην ιδιωτική πρωτοβουλία να περάσει σε αυτή τη σφαίρα και η λεγόμενη ανάπτυξη του ελληνικού μπάσκετ. Ακριβώς όπως την δωρεάν παιδεία την πληρώνουν οι ελληνικές οικογένειες με ιδιωτικά σχολεία, ιδιαίτερα και φροντιστήρια! Κάπως έτσι πλέον έγινε και το κομμάτι που λέγεται αναπτυξιακό μπάσκετ.

Οι απανταχού ομάδες του μπάσκετ ανακάλυψαν ότι η δημιουργία και η συντήρηση ακαδημιών προσφέρει ένα απρόσμενο (και πολύ σημαντικό) έξτρα έσοδο στα ταμεία τους με τη συνδρομή των 20 ή 30 ευρώ πληρώνει η κάθε οικογένεια που θέλει να δει τα παιδιά της να παίζουν μπάσκετ. Ορισμένες οικογένειες στη λογική της άθλησης, κάποιες άλλες γιατί βλέπουν και αξιολογούν χωρίς όμως τις ανάλογες γνώσεις τα βλαστάρια τους ως διαδόχους του Σπανούλη, του Διαμαντίδη και εν δυνάμει νέους Αντετοκούνμπο. Κάπου εδώ αρχίζει και ένας τρελός παράλογος χορός. Το γεγονός ότι για πολλά χρόνια ο Παναθηναϊκός συντήρησε ένα σπουδαίο ελληνικό κορμό και τον διαδέχτηκε με μεγάλη επιτυχία ο Ολυμπιακός που συγκέντρωσε σταδιακά το καλύτερο κομμάτι της πιο ταλαντούχας γενιάς που ανέδειξε ποτέ το ελληνικό μπάσκετ (η ‘’τάξη’’ του 1990) οδήγησε σε ένα απρόσμενο και ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό. Σήμερα τα ταλέντα δεν κινδυνεύουν να χαθούν. Οι ομάδες τα έχουν σκανάρει, τα έχουν ανακαλύψει και τα έχουν παρακολουθήσει πριν καλά-καλά γίνουν 14 ετών. Είναι μάλλον απίθανο και θυμίζει σενάριο Αμερικάνικου σίριαλ να βρεθεί ταλαντούχος παίκτης που δεν ανήκει σε μια ομάδα να παίζει μπάσκετ στην παιδική χαρά της γειτονιάς του. Τόσο απίθανο όσο να δούμε πηγές νερού και καταρράκτες καταμεσής της Σαχάρας. Ο παραλογισμός όμως της κατάστασης δεν οδηγεί κατ΄ ανάγκην στην ευτυχία! Ο ταλαντούχος 14χρονος που παίζει κάπου στην Άρτα, στα Χανιά ή στην Αλεξανδρούπολη θα βρεθεί περικυκλωμένος από μάνατζερ, ομάδες και παρατρεχάμενους που θα του τάξουν μια θέση στα αστέρια ή στο ρόστερ κάποιας μεγάλης ομάδας. Τα περισσότερα παιδικο-εφηβικά τμήματα λειτουργούν ως μισθοφορικοί στρατοί όπου παιδιά ξεριζώνονται από τα σπίτια τους με τη γονική συγκατάθεση (πολλές φορές ακόμη και οι γονείς ακολουθούν τα παιδιά στο σχετικό ταξίδι) και γίνονται ημι-επαγγελματίες στα 15 τους.

Οι περισσότεροι σύλλογοι προσφέρουν και ιδιωτική εκπαίδευση με δωρεάν δίδακτρα σε ιδιωτικά σχολεία όπου τα περισσότερα παιδιά δεν πατάνε ποτέ το πόδι τους. Γιατί δεν ενδιαφέρει κανένα το ακαδημαϊκό υπόβαθρο τους. Οι ομάδες ‘’αγοράζουν’’ μπασκετικό ταλέντο και όχι μελλοντικούς επιστήμονες. Και όποιος επιβιώσει έχει καλώς. Οι υπόλοιποι θα βρεθούν στα 20 τους πρώην ταλέντα χωρίς στον ήλιο μοίρα και χωρίς κανένα ουσιαστικό εφόδιο για τη ζωή τους. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις παιδιών που πήραν τα λεγόμενα ευεργετικά μόρια από τις νίκες ομάδων σε πανελλήνια παίδων και εφήβων και παρά το τεράστιο αυτό πλεονέκτημα δεν μπόρεσαν να περάσουν ούτε σε ήσσονος σημασίας πανεπιστημιακές σχολές! Γιατί πολύ απλά δεν ήξεραν καλά-καλά να γράψουν το όνομα τους στην κόλα των πανελληνίων. Για να συντηρηθεί ο παραλογισμός οι ομάδες που κάνουν πλέον αλόγιστη συγκέντρωση του μπασκετικού ταλέντου βλέπουν όλες αυτές τις κινήσεις ως ένα πεδίο ανταγωνισμού και όχι ως μια πραγματική προοπτική. Αντί λοιπόν μέσα από αυτό το ταλέντο να γίνει απόσβεση και να στελεχωθούν οι πρώτες ομάδες το θολό όραμα του πρωταθλητισμού ή της Ευρωπαϊκής διάκρισης απαγορεύει ουσιαστικά στους περισσότερους παίκτες να παίξουν μπάσκετ μέχρι να φτάσουν 21-22 ετών. Ο Ολυμπιακός έριξε στη φωτιά τους πιτσιρικάδες του από ανάγκη αφού η περικοπή του προϋπολογισμού το καλοκαίρι του 2011 τον οδήγησε σε αυτή την αναγκαστική σχεδόν κατεύθυνση. Αλλά από τότε κανείς άλλος νέος Έλληνας παίκτης πλην του πρόσφατα αποχωρήσαντα Παπαπέτρου δεν βρήκε ρόλο –αληθινό και κανονικό- στην πρώτη ομάδα. Και είναι εξαιρετικά αμφίβολο που θα παίζουν σε μερικά χρόνια από τώρα οι παίκτες της εξαιρετικής εφηβικής ομάδας του συλλόγου.

Στον Παναθηναϊκό έγινε μια μεγάλη προσπάθεια συλλογής ταλέντου αλλά….φευ! Ο Κόνιαρης για να βρει τον δρόμο του χρειάστηκε να καταλήξει στον ΠΑΟΚ, ο Χαραλαμπόπουλος κινδυνεύει να χάσει το τραίνο αν δεν το έχασε ήδη, ο Λούντζης διανύει το στάδιο του ‘’δανεισμού’’ και απομένει να μάθουμε αν η επένδυση στον Μήτογλου θα αποδώσει κάποιους καρπούς τη φετινή σεζόν. Η ΑΕΚ είναι ακόμη πιο πονεμένη ιστορία. Κινούμενη στη σωστή κατεύθυνση άρχισε να κορφολογεί ταλέντα από την πρώτη μέρα που ανέλαβε την προεδρία της ο Μάκης Αγγελόπουλος. Πριν από πέντε χρόνια έδωσε μια ομηρική καλοκαιρινή μάχη για να αποκτήσει το μεγαλύτερο ταλέντο σε επίπεδοι παίδων τον Μωραϊτη. Πέντε χρόνια αργότερα ο Μωραϊτης δεν κατάφερε να βρει χρόνο ούτε σαν….12ος παίκτης στην αντρική ομάδα. Την ώρα που ο γεννημένος το 2001 Ρογκαβόπουλος αναδεικνυόταν σε ηγέτη της εθνικής εφήβων στο πανευρωπαϊκό που τελείωσε χθες με την εθνική να τερματίζει μόλις 14η (επί 16 ομάδων) και με το όνομα του να φιγουράρει ήδη στις ατζέντες πολλών ομάδων του ΝΒΑ για το ντραφτ του 2020 ή του 2021 η ΑΕΚ έκλεινε μετά πολλών επαίνων ξένο παίκτη στη θέση του, ενώ στο ρόστερ υπάρχει ήδη –για την ίδια θέση- και ο έμπειρος Χάρης Γιαννόπουλος. Γεγονός που σημαίνει ότι οι θέσεις της 12άδας για του χρόνου έχουν ουσιαστικά κλείσει όχι μόνο για τον Ρογκαβόπουλο αλλά και για αρκετούς ακόμη ταλαντούχους εφήβους αγόρασε μέσα σε αυτή την πενταετία η ΑΕΚ. Μια αξιόλογη προσπάθεια κάνει στην Πάτρα ο Προμηθέας. Έχει αντιγράψει το πρόγραμμα της Ρεάλ και δεν κάνει τα ίδια λάθη τακτικής που κάνουν οι μεγάλοι σύλλογοι της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Αλλά η ομάδα διανύει τη φάση του νεοπλουτισμού, ξοδεύει μεγάλους προϋπολογισμούς, θα παίξει για πρώτη φορά στην Ευρώπη και είναι άγνωστο πόσα ρίσκα είναι διατεθειμένη να πάρει με αμούστακούς πιτσιρικάδες. Καταλήγουμε δηλαδή από διαφορετικό δρόμο μάλλον στην ίδια κατεύθυνση!

Προφανώς και το φαινόμενο Ντόντσιτς δεν συνιστά καθημερινότητα και είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον απανταχού κανόνα. Αλλά ο Ντόντσιτς για να γίνει….Ντόντσιτς χρειάστηκε ένας προπονητής και ένα σύστημα να πάρουν το ρίσκο να τον ρίξουν στη φωτιά στα 17 του χρόνια. Το εύκολο για τη Ρεάλ ήταν να πάρει ένα ξένο παίκτη στη θέση του και αν συνέβαινε αυτό είναι πιθανό σήμερα ο Ντόντσιτς να μην ετοιμαζόταν για την πρώτη του χρονιά στο ΝΒΑ αλλά να ήταν ένα ακόμη ταλέντο που θα περίμενε τη σειρά του για να παίξει στην αντρική ομάδα της Ρεάλ. Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά, ούτε καν στη Μαδρίτη, για να μας λυθούν οι απορίες. Την εποχή που ο Φιλαθλητικός έπαιζε στη Β΄ εθνική και στην Α2 θυμάμαι ακόμη ανθρώπους των μεγάλων ομάδων να λένε ‘’καλός αυτός ο Αντετοκούνμπο αλλά ακόμη δεν είναι έτοιμος’’. Ευτυχώς για τον Greek freak τους πρόλαβε όλους η…Σαραγόσα και η επιθυμία του ίδιου να παίξει στο ΝΒΑ. Γιατί είναι πολύ πιθανό αντί σήμερα να καμαρώναμε ένα από τους πέντε καλύτερους παίκτες του πλανήτη να κυριαρχεί σε ατομικό επίπεδο στο ΝΒΑ να μιλάγαμε για ένα ταλέντο που θα πάλευε να βρει θέση στη 12άδα του Παναθηναϊκού, του Ολυμπιακού, της ΑΕΚ ή του…Προμηθέα Πατρών! Και ακριβώς αυτό το αναπάντητο what if (τι θα συνέβαινε εάν έμενε στην Ελλάδα) είναι αρκετό για να αποδείξει ότι και ο γιαλός πλέον είναι στραβός και στραβά αρμενίζουμε (γενικώς).   
Γράψτε το σχόλιο σας...
26/09/2018 • 08:16

Γκολ, θέαμα και πιθανά απρόοπτα στα πρωταθλήματα Γαλλίας, Ιταλίας

Οι εμβόλιμες αγωνιστικές στα πρωταθλήματα της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Γερμανίας και το Λιγκ καπ Αγγλίας μας δίνουν λύσεις με βάση την δυναμική των ομάδων, το βάθος στο ρόστερ τους και βέβαια την ανάγκη να ψάξουν το κάτι παραπάνω

26/09/2018 • 09:32