Ποιος… Θανάσης;

Έργα και ημέρες του Θανάση Σκουρτόπουλου στον πάγκο της Εθνικής στο blog του Δημήτρη Καρύδα.
0
Δημήτρης Καρύδας
12/09/2019 • 11:03
Θανάσης Σκουρτόπουλος.
  • shares
Καιρός είναι μετά τον πικρό αποκλεισμό να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά και μια τάξη. Προφανώς και αφού οι άνθρωποι που διαφεντεύουν τις τύχες της ομοσπονδίας και κατ΄ επέκταση του Ελληνικού μπάσκετ όπως το συνηθίζουν εδώ και μια δεκαετία μετά τις αποτυχίες της εθνικής ομάδας θα κρυφτούν (για μερικούς μήνες) και δεν θα αναλάβουν τις ευθύνες τους το επόμενο βήμα είναι προβλέψιμο και αναμενόμενο. Θα την πληρώσει ο προπονητής. Άλλωστε, όπως λένε οι Άγγλοι ‘’δεν μπορείς να διδάξεις ένα γέρικο σκυλί καινούργια κόλπα’’. Και δόξα τω Θεώ στην ομοσπονδία τους 70χρονους του διοικητικού συμβουλίου τους βάζουν και παίζουν με το….εφηβικό γιατί θεωρούνται νεότατοι. Η πρακτική είναι παλιά και δοκιμασμένη. Ξεκίνησε έτη φωτός πίσω με τον Πετρόπουλο το 2001 και συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό. Η πόρτα της εθνικής έκλεισε στα….μούτρα του Ιωαννίδη επειδή λέει ασχολήθηκε με την πολιτική. Ο Γιαννάκης την είδε να κλείνει πίσω του για δεύτερη φορά. Μετά ο Καζλάουσκας, ο Ζούρος, ο Τρινκέρι, ο Κατσικάρης. Κάπως έτσι οι προπονητές έπαψαν να εμπιστεύονται την ομοσπονδία. Ορισμένοι αρκετά απερίσκεπτοι που πιθανώς θα έβαζαν την καριέρα τους στην κόψη της γκιλοτίνας δεν κλήθηκαν καν γιατί δεν είναι ‘’λειτουργικοί’’ και του συστήματος! Κάπως έτσι οι επιλογές του 80χρονου προέδρου της ομοσπονδίας λιγόστεψαν. Κάπως έτσι φτάσαμε στην τυχαία επιλογή του Θανάση Σκουρτόπουλου. Ο Σκουρτόπουλος δεν ήταν ποτέ πρώτο όνομα στην προπονητική πιάτσα. Οι καλύτερες χρονιές της καριέρας του μας γυρίζουν μια τουλάχιστον δεκαετία πίσω όταν κάθισε στον πάγκο του Πανελλήνιου. Η διαδρομή του καθορίστηκε από ένα διαρκές πήγαινε έλα σε μικρομεσαίες ομάδες του Ελληνικού πρωταθλήματος. Βρέθηκε αρχικά συνεργάτης του Κατσικάρη στην εθνική. Κάπως έτσι έμεινε δίπλα και στον Μίσσα που επίσης είχε βρεθεί για λόγους ανάγκης πρώτος προπονητής της εθνικής όταν πέρασε μια διετία όπου ο Γιώργος Βασιλακόπουλος προσπαθούσε με δημοσιεύματα ενός μεγάλου αριθμητικά δημοσιογραφικού στρατού να μας πείσει ότι μιλούσε με τον Μπαρτζώκα, τον Μεσίνα, τον Ιτούδη, ακόμη και τον…Ομπράντοβιτς αν θυμάμαι καλά! Ε, αφού κανείς απ΄ αυτούς δεν δέχτηκε τη δουλειά την έδωσε στον Μίσσα και ησύχασε. Και μετά στον Σκουρτόπουλο. Και ησύχασε πάλι με τη γνωστή κατευθυνόμενη δημαγωγία να ωρύεται ‘’αφού δεν πάει κανείς άλλος τι να κάνει ο άνθρωπος;’’. Εξηγήσαμε επαρκώς γιατί δεν πάει ο…κανείς στην εθνική ομάδα.

Να ξεκαθαρίσω κάτι πριν πάμε στο δια ταύτα της ιστορίας. Ο Θανάσης μου είναι εξαιρετικά συμπαθής και έβλεπα στη διαδρομή με πολύ θετικό βλέμμα την όλη ιστορία. Όπως όλοι μας στη ζωή είχε δικαίωμα στην ευκαιρία. Ο ίδιος το κέρδισε μάλιστα. Ξεπέρασε όχι μόνο με καλά αποτελέσματα τον σκόπελο των προκριματικών. Δημιούργησε μια εθνική με πολύ καλό κλίμα. Μόνο που η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις του με τους πρωτοκλασάτους του ελληνικού μπάσκετ όπως ήταν μικρή σε όλη του την καριέρα έτσι ήταν και στην εθνική. Στα προκριματικά η δική του ανθρώπινη φιλοδοξία παντρεύτηκε με τη φιλοδοξία, το κίνητρο και το όραμα μερικών παικτών που υπό άλλες συνθήκες δεν θα ήταν επίσης ποτέ παρόντες στην εθνική. Ξέροντας εκ των έστω τις παθογένειες της ομάδας κατάφερε να ‘’ζεστάνει’’ τους παίκτες. Τους μίλησε προσωπικά, άνοιξε πάλι γέφυρες με τον Αντετοκούνμπο, έκανε με λίγα λόγια όλα τα σωστά πράγματα, που κανείς προκάτοχος δεν μπόρεσε ή δεν τον άφησαν να κάνει. Μέχρι τη στιγμή που δοκιμάστηκε στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο. Ατυχώς, ένας προπονητής δεν μπορεί να κριθεί μόνο από όλα όσα έγραψα μέχρι τώρα. Κρίνεται από το πλατύ κοινό με βάση τα αποτελέσματα και από όσους ξέρουν 1-2 πραγματάκια παραπάνω από την γενική εικόνα. Οι πολλοί βλέπουν το δέντρο που είναι ο αποκλεισμός της εθνικής, για μερικούς σαν την ταπεινότητά μου μετράει περισσότερο και πικραίνει ακόμη πιο πολύ Ο ΤΡΟΠΟΣ!

Από το πρώτο ματς της προετοιμασίας ήταν φανερό ότι η εθνική είχε δυνατότητες. Είχαμε ρολίστες, είχαμε δύο γκαρντ με προσωπικότητα και είχαμε και τον Γιάννη. Η περίπτωση του Αντετοκούνμπο εξελίχθηκε όμως σε ένα αγωνιστικό φιάσκο που εξέθεσε ανεπανόρθωτα το τεχνικό επιτελείο της εθνικής. Μοιάζει λες και ο Μικ Τζάγκερ με τους γερο-Στόουνς αποφάσισαν να δώσουν μια συναυλία με ελεύθερη είσοδο στο Ολυμπιακό Στάδιο και εμείς δεν είχαμε θυρωρό να τους ανοίξει το γήπεδο. Τόσο απλά, τόσο πεζά, τόσο αστεία, τόσο πένθιμα. Ο Γιάννης ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ήταν η ευχή και τον μετέτρεψαν στην κατάρα αυτής της ομάδας. Ότι το ελληνικό μπάσκετ δεν παράγει σουτέρ εδώ και χρόνια το ξέρουμε. Ότι δεν θα μπορούσαμε να ανοίξουμε τις αντίπαλες άμυνες με το περιστασιακό (έως ανύπαρκτο) αναξιόπιστο σουτ μας επίσης το ξέρουμε. Η δουλειά του προπονητή είναι να βρει τον τρόπο και τους διαδρόμους στις κλειστές αντίπαλες άμυνες. Και αν κάποιος πει ότι ‘’μάγος είναι να βρει χώρους όταν πέντε βουνά κλείνουν τα τέσσερα μέτρα γύρω από το καλάθι;’’ Οι απαντήσεις είναι απλές. Δεν είδαμε ποτέ την πίεση της εθνικής για να τρέξουμε στο ανοιχτό γήπεδο 4-5 παραπάνω φορές σε κάθε παιχνίδι και να αποφύγουμε τις επιθέσεις μισού γηπέδου. Δεν είδαμε ένα σύστημα της προκοπής για να παίζει ο Αντετοκούνμπο πρόσωπο με το καλάθι και όχι να ποστάρει μέσα σε ένα δάσος κορμιών και χεριών. Δεν είδαμε πλην σπανίων εξαιρέσεων τη μπάλα να επιστρέφει στα χέρια του για να δοκιμαστούν για δεύτερη φορά οι περιστροφές και οι βοήθειες της άμυνας πάνω του. Δεν είδαμε ένα baseline screen για να ελευθερωθεί λίγο η ρακέτα. Η λογική έμοιαζε να είναι απλοϊκή: Έχουμε τον MVP του ΝΒΑ, στήνουμε 2-3 συστηματάκια του δίνουμε τη μπάλα και αυτός θα βρει τη λύση!

Ξεπερνώντας ακόμη και τον αγωνιστικό ‘’ευνουχισμό’’ του Αντετοκούνμπο το χειρότερο ήταν ότι είδαμε μια εθνική ομάδα χωρίς ταυτότητα με εξαίρεση εκείνα τα 7-8 λεπτά με την Τσεχία όταν πιέσαμε, παίξαμε κανονικό μπάσκετ και κερδίσαμε στο επί μέρους κομμάτι του αγώνα με 17-18 πόντους διαφορά. Χρειάστηκε όμως να βρεθούμε με την πλάτη στο καναβάτσο και να κτυπήσουν καμπανάκια (ου μην και ξυπνητήρια) στον ελληνικό πάγκο. Κυρίως έφτασε ο κόμπος στο χτένι για να εμπιστευθεί ένα κοντό σχήμα, την ενέργεια του Θανάση Αντετοκούνμπο και πλην ελαχίστων δίλεπτων δεν είδαμε ένα σοβαρό πείραμα ακόμη και με τρεις περιφερειακούς.
Το υλικό του δεν το αξιολόγησε σωστά. Όταν ο Ντόρσεϊ απαίτησε να μάθει τον ρόλο του τον άφησε σπίτι του με την επίσημη δικαιολογία της ομοσπονδίας κάποιου αόριστου προσωπικού προβλήματος. Ο Ντόρσεϊ όμως θα ήταν αντικειμενικά ο τρίτος γκαρντ αυτής της ομάδας. Παρότι έγιναν επαφές με τους περισσότερους παίκτες αγνοήθηκε παντελώς η περίπτωση του Μπράμου. Δεν έριξε κανείς γέφυρες για να λύσει το πρόβλημα που υπάρχει εδώ και μερικά χρόνια. Ο Μπράμος θα ήταν και με διαφορά η καλύτερη λύση πίσω από Καλάθη-Σλούκα και η ομάδα θα αποκτούσε τρίτο περιφερειακό, ένα αποδεδειγμένα εξαιρετικό αμυντικό και ένα αξιόπιστο σουτέρ. Μια ομάδα που το υλικό της στην περιφέρεια το υποτίμησε πολύ αργότερα ο ίδιος ο Σκουρτόπουλος λέγοντας στην κρατική τηλεόραση ‘’Και που να τους βρω τους τρεις γκαρντ’’. Παραμονές του πιο κρίσιμου αγώνα της ομάδας και της καριέρας του αυτό δεν το λες καλή επικοινωνιακή πολιτική. Η εμπειρία σε ειδικές συνθήκες μεγάλων ομάδων δυστυχώς δεν πουλιέται στα ράφια του σούπερ μάρκετ να αγοράσεις 3-4 κιλά και να ξεμπερδέψεις. Άξιζε τελικά την ευκαιρία ο Σκουρτόπουλος; Η απλή κοινή λογική φώναζε από την αρχή όχι. Όπως ο ίδιος δεν κράτησε από τα παράθυρα των προκριματικών παρά μόνο δύο παίκτες έτσι και η ομοσπονδία έπρεπε να τον ευχαριστήσει, να του δώσει ένα ρόλο στο τεχνικό επιτελείο και να πάρει κάποιον πιο μπαρουτοκαπνισμένο σε απαιτητικά αποδυτήρια και μεγάλους αγώνες. Τώρα το ποιος εμπιστεύεται μετά από μια δεκαετία θλιβερών καρατομήσεων το σύστημα Βασιλακόπουλου που πρεσβεύει τη λογική ‘’προπονητής που να μπαίνει εύκολα στην ομάδα και να φεύγει ευκολότερα’’ είναι μια άλλη παράλληλη και καθόλου άσχετη ιστορία. Τα γράψαμε από την αρχή…

Είναι λογικό ένας προπονητής που ξεκίνησε με πολλές υποσχέσεις την καριέρα του και την είδε να λιμνάζει να αρπάζει τη μοναδική ευκαιρία. Ειδικά από τη στιγμή που δεν την ζήτησε αλλά του την πρόσφεραν και με την παρουσία του στα προκριματικά έδειξε να τη δικαιούται. Με ρώτησε χθες ένας φίλος που συζητούσαμε το θέμα ‘’καλά εσένα αν σου έλεγαν να μεταδίδεις παιχνίδια NFL στο FOX δεν θα πήγαινες;’’. Προφανώς δεν θα μου το έλεγαν ποτέ αν με έχουν ακούσει να μιλάω αγγλικά. Ακόμη όμως και σ΄ αυτό το εξτρεμιστικό σενάριο κάποιος που έχει επίγνωση των αδυναμιών του και ζυγίζει σωστά τον εαυτό του και τις δυνατότητές του μασκαρεύει αυτές τις αδυναμίες. Ο Σκουρτόπουλος με την ταμπέλα του ομοσπονδιακού προπονητή είχε τη δύναμη, το κύρος και τον τρόπο να φτιάξει ένα έμπειρο επιτελείο και να τον βοηθήσει στα δύσκολα. Προπονητές διαθέσιμοι υπήρχαν μπόλικοι και με μεγάλη εμπειρία σε ρόλο βοηθών. Ο Μαρμαρινός μετά από δέκα και βάλε χρόνια στον Ολυμπιακό ήταν σχολιαστής στην κρατική τηλεόραση. Ο Διαμαντής Παναγιωτόπουλος περιμένει σπίτι του τον Πασκουάλ να βρει ομάδα για να πάει δίπλα του. Και ανέφερα μόνο δύο πρόχειρα ονόματα που ήρθαν στο μυαλό μου. Αν και πιστεύω ότι τουλάχιστον άλλοι 5-6 έμπειροι προπονητές θα έλεγαν με μεγάλη προθυμία ναι στο κάλεσμα της εθνικής. Τώρα, αν όλα αυτά πέρασαν ως ιδέες από το μυαλό του Σκουρτόπουλου αλλά δεν μπορούσε να νικήσει το αγκυλωμένο σύστημα της ομοσπονδίας που ευνοεί τις φιλικές σχέσεις και τον νεποτισμό είναι μια άλλη συζήτηση. Και την απάντηση μπορεί να τη δώσει μόνο ο ίδιος. Συνήθως πάντως η ιστορία λέει ότι όλοι οι προκάτοχοι του οδηγήθηκαν ως άλλες….Ιφιγένειες στο βωμό της θυσίας, ξέπλυναν τις αμαρτίες ενός ολόκληρου συστήματος που κουμαντάρει την ομοσπονδία από το 1983 και έμειναν αμίλητοι μέχρι τέλους φοβούμενοι και τα….αντίποινα! Εκτός όλων των άλλων οι περισσότεροι των προκατόχων του έφυγαν και απλήρωτοι. Σε κάθε περίπτωση, ο Σκουρτόπουλος απέτυχε, η εθνική απέτυχε, οι αληθινοί ηθικοί αυτουργοί των Τιτανικών της εθνικής εδώ και μια δεκαετία μένουν στις θέσεις τους και η ζωή συνεχίζεται ομαλά. Εκτός αν ο πείσμων 80χρονος πρόεδρος της ομοσπονδίας έχει σταθμίσει καλά την κατάσταση και ξέρει ότι δεν θα βρει προπονητή αξιώσεων. Και συνεχίσουμε όπως είμαστε. Άλλωστε έγινε και η απώλεια συνήθεια μας….Η πρώτη φορά είναι δύσκολη σε όλα τα πράγματα και εμείς φτάσαμε αισίως τις εννιά σερί! Μετά από μερικούς μήνες που θα εμφανιστεί από την εκούσια απομόνωσή του και θα μιλήσει σε κάποιο φιλικό και βολικό μέσο ενημέρωσης που δεν θα κάνει τις….λάθος ερωτήσεις θα μάθουμε τις προθέσεις του.

ΥΓ 1: Η εθνική χρειάζεται ένα άνθρωπο που θα δουλεύει 12 μήνες τον χρόνο και 24 ώρες το 24ωρο για την οργάνωση της. Ας τον βαφτίσουν τεχνικό διευθυντή, team manager, ας τον πουν όπως θέλουν. Και κυρίως να ασχολείται με όλη τη δομή και την υποδομή του ελληνικού μπάσκετ. Με όλη την πυραμίδα από πάνω μέχρι κάτω. Ανεξάρτητα του ποιος θα είναι προπονητής κάθε φορά. Φυσικά, όχι κάποιον εκ των έσω και κυρίως να μην έχει σχέση με το περιβάλλον του Βασιλακόπουλου και του Τσαγκρώνη. Μακριά από συγγενείς και φίλους. Αυτή έχουν μια σταθερή προσφορά: Να μετέχουν στον πρωινό καφέ του προέδρου και να του λένε ανέκδοτα για να φτιάχνουν τη μέρα του. Μπορεί την τελευταία διετία ο παρεμβατισμός του προέδρου της ομοσπονδίας να ήταν πολύ μικρότερος σε σχέση με το παρελθόν αλλά οι παθογένειες που έχει αφήσει πάνω στην ομάδα από το 2007 και εντεύθεν δεν σβήνουν μέσα σε 10-12 μήνες.

ΥΓ 2: Τα παράπονα για τη διαιτησία του καθοριστικού αγώνα με την Τσεχία έχουν βάση. Μόνο που ο αυτοπροβαλόμενος με τη βοήθεια του πρόθυμου δημοσιογραφικού στρατού του ως ‘’πανίσχυρος’’ και μπόσης του παγκόσμιου και ευρωπαϊκού μπάσκετ κ.Βασιλακόπουλος απλά έκανε δημόσια την αδυναμία του. Αυτό δηλαδή που ξέρουμε όλοι όσοι έχουμε επαφές με τα συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας. Πλέον στην Ευρώπη δεν τον υπολογίζει κανείς. Τυπικά, έβαλε και την υπογραφή του στο έγγραφο που υποδηλώνει όλα τα παραπάνω και έφτασε στα γραφεία της ΦΙΜΠΑ υπό μορφή παραπόνων για τη διαιτησία. Ο Βασιλακόπουλος την εποχή της ακμής του τα είχε λυμένα αυτά τα ζητήματα. Τελεία και παύλα εδώ γιατί δεν πρέπει να συνεχίσουμε επί του συγκεκριμένου θέματος. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ ξέρουν την αλήθεια των παραπάνω προτάσεων. Ξέρουν και τι γινόταν παλαιότερα για τα ίδια θέματα.

Γράψτε το σχόλιο σας...
22/09/2019 • 07:11

Φόρμα και πάθος ορίζουν τα ντέρμπι σε Λιόν, Αϊντχόφεν, Λονδίνο και ΟΑΚΑ

Το ντέρμπι του Ολλανδικού πρωταθλήματος είναι λογικό να κριθεί στην αποτελεσματικότητα ανάμεσα σε δύο φορμαρισμένες ομάδες. Εν μέσω ειδικών συνθηκών το ντέρμπι των "αιωνίων", πιο παραγωγικά τα ματς σε Λονδίνο και Λιον